Выбрать главу

Έτσι, λοιπόν, κλείστηκαν όλοι στα δώματά τους, με τον Θομ και τον Τζούιλιν να μοιάζουν με θηρία στο κλουβί, ενώ όλος ο κόσμος στο Έμπου Νταρ γλεντούσε και διασκέδαζε. Γιατί καθυστερούσε η Μπιργκίτε; Πόση ώρα θα μπορούσε να της πάρει να πει σε έναν άντρα ότι έπρεπε να παρουσιαστεί την επόμενη μέρα πρωί-πρωί; Μα το Φως, όλη αυτή η προσπάθεια ήταν τελικά άχρηστη κι η ώρα ήταν αρκετά περασμένη. Πολύ περασμένη. Μακάρι να μπορούσε να κοιμηθεί για να πάψουν να την ενοχλούν οι φοβερές μνήμες από το πρωινό ταξίδι με τη βάρκα. Το χειρότερο απ' όλα ήταν ότι η αίσθηση που είχε για τον καιρό τής έλεγε πως σύντομα θα ξεσπούσε θύελλα, πως ο άνεμος θα αλυχτούσε έξω κι η βροχή θα έπεφτε τόσο καταρρακτώδης και πυκνή, ώστε κανείς δεν θα μπορούσε να δει στα δέκα βήματα. Της πήρε κάμποση ώρα μέχρι να καταλάβει σχετικά με την εποχή που Άκουγε τον Άνεμο κι έμοιαζε να ακούει ψευτιές. Τουλάχιστον, νόμιζε ότι καταλάβαινε. Τώρα, όμως, ένα άλλο είδος καταιγίδας επρόκειτο να ξεσπάσει, ούτε με ανέμους ούτε με βροχές. Δεν είχε καμιά απόδειξη, αλλά να την έπαιρνε και να τη σήκωνε, αν ο Ματ Κώθον δεν είχε αναμειχθεί με κάποιο τρόπο. Ήθελε να κοιμηθεί επί έναν μήνα, επί έναν χρόνο, να ξεχάσει όσα της προκαλούσαν ανησυχία, μέχρι να την ξυπνούσε ο Λαν με ένα φιλί, όπως ο Βασιλιάς Ήλιος την Τάλια. Πράγμα γελοίο, βέβαια, μια κι επρόκειτο για έναν απλό μύθο και, μάλιστα, ακατάλληλο για την περίσταση. Όπως και να είχε, όμως, δεν σκόπευε να γίνει το σκυλάκι κανενός άντρα, ούτε καν του Λαν. Με κάποιον τρόπο, πάντως, θα τον έβρισκε και θα τον δέσμευε. Θα... Μα το Φως! Αν δεν πίστευε πως θα γινόταν δημόσιο θέαμα, θα έτρεχε να τον βρει ακόμα και ξυπόλητη!

Οι ώρες περνούσαν κι η Νυνάβε διάβαζε και ξαναδιάβαζε το σύντομο γράμμα που είχε αφήσει ο Ματ στην Τάυλιν. Η Αβιέντα καθόταν σιωπηλά πλάι στο κάθισμα με την ψηλή ράχη, ως συνήθως σταυροπόδι πάνω στις ωχρές πράσινες πλάκες του δαπέδου, έχοντας ανοικτό πάνω στα γόνατά της ένα διακοσμημένο κι επίχρυσο δερμάτινο αντίτυπο του Τα Ταξίδια τον Τζάιν τον Πεζοπόρου. Δεν έδειχνε να διακατέχεται από ανησυχία, ωστόσο η γυναίκα αυτή δεν θα έδινε σημασία ούτε αν κάποιος πετούσε πάνω της μια οχιά. Από τότε που είχε επιστρέψει στο παλάτι, φορούσε το περίτεχνο ασημένιο περιδέραιο μέρα νύχτα σχεδόν. Μόνο στο ταξίδι με τη βάρκα δεν το είχε φορέσει. Είπε ότι δεν ήθελε να ρισκάρει να το χάσει. Η Νυνάβε αναρωτήθηκε, αν και κάπως αδιάφορα, για ποιον λόγο δεν φορούσε πια το φιλντισένιο βραχιόλι. Κάτι είχε πάρει το αυτί της ότι δεν το φορούσε μέχρις ότου η Ηλαίην θα έβρισκε ένα παρόμοιο, αλλά δεν έβγαλε νόημα. Όχι, όμως, ότι είχε και πολλή σημασία. Αυτό που προείχε ήταν το γράμμα στα γόνατά της.

Οι στηριγμένοι στους ορθοστάτες φανοί του σαλονιού διευκόλυναν πολύ το διάβασμα, μολονότι τα ορνιθοσκαλίσματα από το αγορίστικο χέρι του Ματ δημιουργούσαν προβλήματα στην ανάγνωση. Ήταν, όμως, το περιεχόμενο αυτό που έκανε τη Νυνάβε να αισθάνεται το στομάχι της κόμπο.

Εδώ δεν υπάρχει τίποτα εκτός από ζέστη και μύγες, κι από δαύτα μπορούμε να βρούμε άφθονα στο Κάεμλυν.

«Είσαι σίγουρη πως δεν του ανέφερες τίποτα;» ρώτησε απαιτητικά.

Στην άλλη άκρη του δωματίου, ο Τζούιλιν την κοίταξε ξαφνιασμένος, με το ένα του χέρι ακουμπισμένο πάνω στον πέτρινο πίνακα και με μια έκφραση εξωφρενικής αθωότητας χαραγμένη στο πρόσωπό του. «Πόσες φορές πρέπει να το πω;» Η εξωφρενική αθωότητα ήταν κάτι που πάντα πετύχαινε στους άντρες, ειδικά όταν ήταν ένοχοι για κάτι, σαν αλεπούδες σε κοτέτσι. Το ενδιαφέρον ήταν ότι το σκάλισμα στην περιφέρεια του πίνακα απεικόνιζε αλεπούδες.

Ο Θομ, καθισμένος διαγώνια στο διακοσμημένο με λαζουρίτη τραπέζι, απέναντι από τον ληστοκυνηγό, και ντυμένος με το καλοραμμένο μάλλινο πανωφόρι σε καφεκίτρινο χρώμα, έμοιαζε τόσο με αοιδό, όσο και με τον άντρα που ήταν κάποτε ο εραστής της Βασίλισσας Μοργκέις. Ροζιασμένος κι ασπρομάλλης, με μακριά μουστάκια και πυκνά φρύδια, ήταν από την κορυφή μέχρι τα νύχια η προσωποποίηση της μάταιης υπομονής. «Δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, Νυνάβε», είπε ξερά, «δεδομένου ότι, μέχρι απόψε, δεν μας είχες πει σχεδόν τίποτα. Έπρεπε να είχες στείλει τον Τζούιλιν κι εμένα».