Выбрать главу

Η Νυνάβε ρουθούνισε δυνατά. Λες και τούτοι εδώ δεν έχωναν τη μύτη τους παντού από τότε που κατέφθασαν, λες και δεν ανασκάλευαν τα ζητήματα τα δικά της και της Ηλαίην αναφορικά με τον ετσιθελισμό του Ματ. Οι τρεις τους, όπως κι όλοι οι άντρες, ήταν ειδικοί στο κουτσομπολιό. Βέβαια, όπως παραδεχόταν κι η ίδια, αν και κάπως απρόθυμα, δεν είχαν σκεφτεί ποτέ ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κι άντρες. «Θα μπορούσατε να είχατε βγει μαζί του και να γλεντοκοπούσατε», μουρμούρισε. «Μη μου πείτε πως είναι αδύνατον». Εκεί θα πρέπει να ήταν ο Ματ, αφήνοντας την Μπιργκίτε να ξεκουράζεται στο πανδοχείο. Αυτός ο άνθρωπος θα έβρισκε κάποιο τρόπο να στρεβλώσει ολόκληρο το σχέδιο.

«Και λοιπόν;» Γέρνοντας δίπλα από ένα ψηλό αψιδωτό παράθυρο κι ατενίζοντας τη νυχτιά μέσα από το ασπροβαμμένο, σιδερένιο μπαλκόνι, η Ηλαίην γέλασε νευρικά. Χτυπούσε ρυθμικά το ένα της πόδι, κι ήταν να αναρωτιέται κανείς πώς μπορούσε να ξεχωρίσει έναν συγκεκριμένο ρυθμό από όλους αυτούς που πλανούνταν στο σκοτάδι. «Άλλωστε, η νύχτα προσφέρεται για... ξεφάντωμα».

Η Νυνάβε κοίταξε την πλάτη της συνοφρυωμένη. Η Ηλαίην συμπεριφερόταν παράξενα όλη τη νύχτα. Αν δεν ήταν ενήμερη για κάποια πράγματα, θα μπορούσε κάλλιστα να υποψιαστεί πως η γυναίκα το είχε σκάσει στα κρυφά για να πιει κάμποσες γουλιές κρασί. Ακόμα, όμως, κι αν η Ηλαίην δεν βρισκόταν υπό τη συνεχή επιτήρησή της, κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον. Είχαν κι οι δύο άσχημες εμπειρίες από την υπέρμετρη κατανάλωση κρασιού, κι έτσι περιορίζονταν μονάχα σε ένα ποτήρι τη φορά.

«Αυτός που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι ο Τζάιτσιμ Καρίντιν», είπε η Αβιέντα, κλείνοντας το βιβλίο κι αφήνοντάς το πλάι της. Δεν έδωσε καμιά σημασία στο πόσο αλλόκοτη φαινόταν, έτσι όπως καθόταν στο πάτωμα με το γαλάζιο μεταξωτό φόρεμά της. «Μεταξύ μας, οι Σκιοδρομείς σκοτώνονται επί τόπου και καμιά φυλή, σέπτα, κοινωνία ή πρωταδελφή δεν τολμά να διαμαρτυρηθεί. Αν ο Τζάιτσιμ Καρίντιν είναι Σκιοδρομέας, για ποιον λόγο δεν τον σκοτώνει η Τάυλιν Μίτσομπαρ; Για ποιον λόγο δεν το κάνουμε εμείς;»

«Τα πράγματα είναι κάπως πιο περίπλοκα εδώ», της απάντησε η Νυνάβε, αν και τα ίδια είχε αναρωτηθεί κι εκείνη. Όχι, βέβαια, για ποιον λόγο δεν είχαν δολοφονήσει τον Καρίντιν, αλλά γιατί του επέτρεπαν να πηγαινόρχεται όποτε θέλει. Τον είχε δει στο παλάτι την ίδια μέρα που της είχε παραδοθεί το γράμμα του Ματ και που είχε μιλήσει στην Τάυλιν σχετικά με το περιεχόμενό του. Ο άντρας είχε κουβεντιάσει με την Τάυλιν για περισσότερο από μία ώρα κι αναχώρησε το ίδιο τιμητικά, όπως είχε έρθει. Σκόπευε να το συζητήσει με την Ηλαίην, αλλά τους απασχολούσε περισσότερο τι γνώριζε ο Ματ και πώς το έμαθε. Αυτός ο άνθρωπος θα τους προξενούσε φασαρίες, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Ασχέτως του τι νόμιζε ο καθένας, το σχέδιο δεν θα πήγαινε καλά. Κακοκαιρία στον ορίζοντα.

Ο Θομ καθάρισε τον λαιμό του. «Η Τάυλιν είναι αδύναμη βασίλισσα κι ο Καρίντιν πρεσβεύει μια δύναμη». Τοποθέτησε μια πέτρα, έχοντας τη ματιά του προσηλωμένη στον πίνακα. Έμοιαζε να σκέφτεται φωναχτά. «Εξ ορισμού, ένας Λευκομανδίτης Εξεταστής δεν μπορεί να είναι Σκοτεινόφιλος. Τουλάχιστον, αυτός είναι ο ορισμός στο Οχυρό του Φωτός. Αν η Βασίλισσα τον συλλάβει ή του απαγγείλει κατηγορίες, θα βρει μια ολόκληρη λεγεώνα Λευκομανδιτών μέσα στο Έμπου Νταρ προτού καλά-καλά το καταλάβει. Μπορεί να μην την καθαιρέσουν από τον θρόνο, αλλά, από κει και πέρα, δεν θα είναι παρά ένα πιόνι κινούμενο από τον Θόλο της Αλήθειας. Παραδίνεσαι, Τζούιλιν;» Ο ληστοκυνηγός τού έριξε ένα άγριο βλέμμα κι άρχισε να μελετά μετά μανίας τον πίνακα.

«Δεν την είχα για δειλή», είπε η Αβιέντα αηδιασμένα, κι ο Θομ τής χάρισε ένα εύθυμο χαμόγελο.

«Ποτέ δεν έχεις έρθει αντιμέτωπη με κάτι που δεν μπορούσες να νικήσεις, παιδί μου», της είπε μαλακά, «κάτι τόσο ισχυρό, ώστε η μόνη σου επιλογή να είναι να το βάλεις στα πόδια ή να σε καταβροχθίσει. Μέχρι να συμβεί κάτι τέτοιο, μην κρίνεις την Τάυλιν». Για κάποιον λόγο, η Αβιέντα αναψοκοκκίνισε. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, έκρυβε τα συναισθήματά της πίσω από ένα πέτρινο προσωπείο.

«Ξέρω», ακούστηκε ξαφνικά η Ηλαίην. «Θα βρούμε αποδείξεις που θα τις δεχτεί ακόμα κι ο Πέντρον Νάιαλ». Μπήκε ξανά στο δωμάτιο πηδώντας ανάλαφρα, χορεύοντας σχεδόν. «Θα τον ακολουθήσουμε μεταμφιεσμένες».

Ξαφνικά, δεν ήταν πια η Ηλαίην που έστεκε εκεί μέσα στην πράσινη εσθήτα των Εμπουνταρινών, αλλά μια Ντομανή με ένα λεπτό και γαλάζιο κολλητό φόρεμα. Η Νυνάβε πήδησε όρθια χωρίς να το θέλει, με το στόμα σφραγισμένο από οργή. Δεν ήταν ανάγκη να ξαφνιαστεί τόσο από αυτή την Ψευδαίσθηση, επειδή δεν μπορούσε να δει τις υφάνσεις. Έριξε μια ματιά στον Θομ και τον Τζούιλιν. Ακόμα κι ο Θομ είχε μείνει με το στόμα ανοικτό. Ασυναίσθητα, άδραξε γερά την πλεξούδα της. Η Ηλαίην ήταν έτοιμη να αποκαλύψει τα πάντα! Τι είχε πάθει;