Выбрать главу

Η Ψευδαίσθηση ήταν εντονότερη όσο πιο κοντά στεκόσουν στην προηγούμενη οπτική εντύπωση, όσον αφορά στο σχήμα και στο μέγεθος τουλάχιστον. Έτσι, μέρος του Εμπουνταρινού φορέματος ξεπεταγόταν μέσα από την Ντομανή ενδυμασία, καθώς η Ηλαίην στριφογύρισε για να κοιταχτεί σε έναν από τους δύο μεγάλους καθρέφτες του δωματίου. Γέλασε, χτυπώντας παλαμάκια. «Ούτε που πρόκειται να με αναγνωρίσει. Ούτε κι εσένα, κονταδελφή». Ξαφνικά, μια Ταραμπονέζα βρέθηκε να κάθεται δίπλα στο κάθισμα της Νυνάβε. Είχε καστανά μάτια και ξανθωπές πλεξούδες, δεμένες με κόκκινες χάντρες στην απόχρωση του άνετου και ταιριαστού φορέματος της από πτυχωτό μετάξι. Κοίταξε την Ηλαίην ερωτηματικά. Το χέρι της Νυνάβε σφίχτηκε πάνω στην πλεξούδα της. «Δεν μπορούμε να σε ξεχάσουμε», συνέχισε να μουρμουρίζει η Ηλαίην. «Γνωρίζω όσα πρέπει».

Αυτή τη φορά, η Νυνάβε πρόσεξε τη λάμψη που περιτριγύριζε την Ηλαίην. Ήταν έξαλλη. Μπορεί να έβλεπε τις ροές να υφαίνονται γύρω της, αλλά αδυνατούσε να δει την εικόνα που σχημάτιζε η Ηλαίην. Έπρεπε να κοιτάξει σε έναν από τους καθρέφτες για να καταλάβει. Μια Θαλασσινή την κοίταζε εμβρόντητη, με μια ντουζίνα σκουλαρίκια από πολύτιμους λίθους στα αυτιά της κι ακόμα περισσότερα χρυσά μενταγιόν να κρέμονται από μια αλυσίδα περασμένη στον κρίκο της μύτης της. Εκτός από τα κοσμήματα, φορούσε φαρδιά παντελόνια από χρυσοποίκιλτο πράσινο μετάξι και τίποτε άλλο, όπως συνήθιζαν οι γυναίκες των Άθα'αν Μιέρε όταν δεν βρίσκονταν κοντά σε στεριά. Ήταν απλώς μια Ψευδαίσθηση. Κάτω από την ύφανση παρέμενε ντυμένη ευπρεπώς. Όμως... Δίπλα στην αντανάκλασή της παρατήρησε την αντανάκλαση του Θομ και του Τζούιλιν που μειδιούσαν ειρωνικά.

Μια πνιχτή κραυγή βγήκε από τον λαιμό της. «Κλείστε τα μάτια σας!» φώναξε στους άντρες, κι άρχισε να χοροπηδάει τριγύρω, κουνώντας τα χέρια της και κάνοντας τα πάντα για να καλύψει το διάφανο φόρεμά της. «Κλείστε τα, που να σας πάρει!» Κι αυτοί τα έκλεισαν. Εξαγριωμένη κι αγανακτισμένη, έπαψε να χοροπηδάει. Το μειδίαμα είχε χαθεί από τα χείλη των δύο αντρών. Η Αβιέντα, ωστόσο, άρχισε να γελάει, γέρνοντας μπρος πίσω.

Η Νυνάβε τίναξε τη φούστα της -στον καθρέφτη, η θαλασσινή έμοιαζε να τραβάει τα παντελόνια της- και κάρφωσε τη ματιά της στην Ηλαίην. «Σταμάτα, Ηλαίην!» Η Ντομανή την κοίταξε με το στόμα ανοικτό και μάτια γουρλωμένα, γεμάτα δυσπιστία. Μόνο τότε συνειδητοποίησε η Νυνάβε πόσο θυμωμένη ήταν. Η Αληθινή Πηγή τής ένευε στην άκρη του οπτικού της πεδίου. Αγκάλιασε το σαϊντάρ, φτιάχνοντας μια ασπίδα ανάμεσα στην Ηλαίην και στην Πηγή. Ή, μάλλον, αυτό προσπάθησε να κάνει. Το να προστατεύσεις κάποιον ο οποίος χαλιναγωγούσε τη Δύναμη δεν ήταν εύκολο, ακόμα κι αν ήσουν πιο ισχυρός. Κάποτε, όταν ήταν μικρούλα, είχε χτυπήσει το σφυρί του Αφέντη Λούχαν πάνω στο αμόνι του όσο πιο δυνατά μπορούσε, και το τρεμούλιασμα μεταδόθηκε σε όλο της το κορμί. Τώρα, ένιωθε το ίδιο αλλά σε διπλάσια ένταση. «Στο όνομα του Φωτός, Ηλαίην, μεθυσμένη είσαι;»

Η λάμψη γύρω από την Ντομανή έσβησε, όπως κι η ίδια η γυναίκα. Η Νυνάβε ήξερε πως η ύφανση είχε εξαφανιστεί από γύρω της, αλλά αυτή εξακολουθούσε να κοιτάζει τον καθρέφτη, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα ανακούφισης μόλις είδε τη Νυνάβε αλ'Μεάρα με το γαλάζιο φόρεμα με τις κίτρινες ραβδώσεις.

«Όχι», είπε αργά η Ηλαίην. Το αναψοκοκκίνισμα έκαιγε τα μάγουλά της, αλλά δεν είχε να κάνει σχεδόν καθόλου με αμηχανία. Ανασήκωσε το πηγούνι της κι είπε με ψυχρή φωνή. «Δεν είμαι».

Η πόρτα που οδηγούσε στον διάδρομο άνοιξε απότομα κι η Μπιργκίτε μπήκε μέσα τρικλίζοντας και με ένα πλατύ χαμόγελο. Τέλος πάντων, δεν τρίκλιζε ακριβώς, αλλά σίγουρα ήταν κάπως ασταθής. «Δεν περίμενα να με περιμένετε όλες ξύπνιες», είπε ζωηρά. «Εν πάση περιπτώσει, μάλλον θα σας ενδιαφέρουν όσα έχω να πω. Πρώτα, όμως...» Με το σταθερό βήμα κάποιου που έχει πιει πολύ, μπήκε βιαστικά στο δωμάτιό της.

Ο Θομ κοιτούσε την πόρτα της με ένα μπερδεμένο χαμόγελο, ενώ ο Τζούιλιν με ένα αντίστοιχο χαμόγελο δυσπιστίας. Η αλήθεια ήταν πως ήξεραν ποια είναι. Το βλέμμα της Ηλαίην ήταν μάλλον άγριο. Από την κρεβατοκάμαρα της Μπιργκίτε ακούστηκε ένας ήχος σαν πλατσούρισμα, λες και κάποιος ακούμπησε μια κανάτα στο πάτωμα. Η Νυνάβε με την Αβιέντα αντάλλαξαν ματιές γεμάτες απορία.

Η Μπιργκίτε ξανάκανε την εμφάνισή της, με το πρόσωπο και τα μαλλιά της να στάζουν, ενώ το πανωφόρι της ήταν μουσκεμένο από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Τώρα έχω πιο καθαρό μυαλό», είπε και, βγάζοντας έναν αναστεναγμό, κάθισε αναπαυτικά σε ένα από τα καθίσματα με τα στρογγυλά ροδάκια. «Εκείνος ο νεαρός έχει κούφιο πόδι και μια τρύπα στην πατούσα του. Ξεπέρασε ακόμα και τον Μπέσλαν στο πιοτό κι είχα αρχίσει να πιστεύω πως το κρασί είναι νεράκι γι’ αυτόν».