Выбрать главу

«Τον Μπέσλαν;» είπε η Νυνάβε, υψώνοντας τη φωνή της. «Τον γιο της Τάυλιν; Τι κάνει αυτός εκεί;»

«Γιατί το επέτρεψες αυτό, Μπιργκίτε;» αναφώνησε η Ηλαίην. «Ο Ματ Κώθον είναι ικανός να διαφθείρει αυτό το αγόρι, κι ύστερα η μάνα του θα κατηγορεί εμάς».

«Αυτό το αγόρι έχει την ίδια ηλικία με σένα», πετάχτηκε ο Θομ με έκδηλη την κακοκεφιά στον τόνο της φωνής του.

Η Νυνάβε κι η Ηλαίην αντάλλαξαν αμήχανες ματιές. Τι ήθελε να πει; Ο καθένας ήξερε πως ένας άντρας δεν ωρίμαζε, με τη δική τους έννοια τουλάχιστον, παρά δέκα χρόνια αργότερα από τη γυναίκα.

Η αμηχανία χάθηκε από το πρόσωπο της Ηλαίην κι αντικαταστάθηκε από αποφασιστικότητα και θυμό, καθώς κάρφωσε τη ματιά της ξανά στην Μπιργκίτε. Ήταν σίγουρο πως θα αντάλλασσαν λόγια για τα οποία θα μετάνιωναν κι οι δυο τους την επόμενη μέρα.

«Θα είχατε την καλοσύνη να μας αφήσετε για λίγο εσύ κι ο Τζούιλιν, Θομ;» είπε η Νυνάβε βιαστικά. Ήταν εξαιρετικά απίθανο να είχαν καταλάβει οι δύο άντρες τον λόγο από μόνοι τους. «Καλύτερα να ξεκουραστείτε για να είστε φρέσκοι αύριο το πρωί». Αυτοί απέμειναν ακίνητοι σαν μαρμαρωμένοι, κοιτώντας την με το στόμα ανοικτό σαν ηλίθιοι, κι η Νυνάβε αναγκάστηκε να τους μιλήσει σε πιο αυστηρό τόνο. «Τώρα, αν γίνεται».

«Αυτό το παιχνίδι είχε τελειώσει είκοσι πετριές πριν», είπε ο Θομ κοιτώντας τον πίνακα. «Μας λες, δηλαδή, να πάμε στα δωμάτιά μας και να αρχίσουμε καινούργιο; Θα προπορεύομαι δέκα πετριές καθ' όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού».

«Δέκα πετριές;» τσίριξε ο Τζούιλιν, πετώντας προς τα πίσω το κάθισμα του. «Μήπως θα μου προσφέρεις ψαρόζουμο και ψωμόγαλα, επίσης;»

Συνέχισαν για κάμποσο ακόμα τη λογομαχία, αλλά, όταν έφθασαν στην πόρτα, κοίταξαν πίσω σκυθρωποί και πικραμένοι. Η Νυνάβε δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να έμεναν ξύπνιοι όλη νύχτα απλώς επειδή τους είχε στείλει στα κρεβάτια τους.

«Ο Ματ δεν πρόκειται να διαφθείρει τον Μπέσλαν», είπε ξερά η Μπιργκίτε καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω από τους δύο άντρες. «Αμφιβάλλω αν μπορούν να τον διαφθείρουν ακόμα κι εννέα ανάλαφροι και πιωμένοι χορευτές. Δεν θα ήξεραν από πού ν' αρχίσουν».

Η Νυνάβε ανακουφίστηκε ακούγοντας κάτι τέτοιο, αν κι υπήρχε κάτι περίεργο στον τόνο της γυναίκας - πιθανόν να έφταιγε το ποτό. Πάντως, δεν ήταν ο Μπέσλαν το θέμα, και της το είπε. «Όχι, δεν είναι εκεί το πρόβλημα», πρόσθεσε η Ηλαίην. «Έχεις μεθύσει, Μπιργκίτε! Το αισθάνθηκα. Εξακολουθώ να νιώθω μισομεθυσμένη, αν δεν συγκεντρωθώ. Υποτίθεται πως ο δεσμός δεν λειτουργεί κατ' αυτόν τον τρόπο. Οι Άες Σεντάι δεν αρχίζουν να χαχανίζουν σαν κότες, αν οι Πρόμαχοί τους πιουν πολύ». Η Νυνάβε ανασήκωσε τα χέρια της.

«Μη με κοιτάς έτσι», είπε η Μπιργκίτε. «Ξέρεις περισσότερα από μένα. Οι Άες Σεντάι κι οι Πρόμαχοι ήταν ανέκαθεν γυναίκες κι άντρες αντίστοιχα. Ίσως εκεί να έγκειται η διαφορά. Μπορεί να μοιάζουμε πολύ». Το χαμόγελο της ήταν ελαφρά λοξό. Φαίνεται πως εκείνη η κανάτα δεν ήταν επαρκώς νερωμένη. «Σου προκαλεί αμηχανία, έτσι;»

«Παρακαλώ, μπορούμε να επιστρέψουμε στα σημαντικά ζητήματα;» είπε η Νυνάβε, κάπως ζορισμένα. «Στον Ματ, για παράδειγμα». Η Ηλαίην είχε ανοίξει το στόμα της για να ανταπαντήσει στην Μπιργκίτε, αλλά το έκλεισε γρήγορα, ενώ οι κόκκινες κηλίδες στα μάγουλά της υπογράμμιζαν τη δυσαρέσκεια που ένιωθε. «Λοιπόν», συνέχισε η Νυνάβε. «Θα έρθει εδώ ο Ματ το πρωί ή βρίσκεται κι αυτός στην ίδια αισχρή κατάσταση με εσένα;»

«Μπορεί και να έρθει», απάντησε η Μπιργκίτε, παίρνοντας μια κούπα με τσάι μέντας από την Αβιέντα, η οποία, φυσικά, καθόταν στο πάτωμα. Η Ηλαίην την κοίταξε κατσουφιασμένη για μια στιγμή κι έπειτα -άκουσον, άκουσον!- κάθισε σταυροπόδι πλάι της!

«Τι εννοείς "μπορεί";» ρώτησε απαιτητικά η Νυνάβε. Χρησιμοποιώντας τήν ικανότητα της διαβίβασης, ανασήκωσε το κάθισμα πάνω στο οποίο καθόταν και το έφερε αιωρούμενο προς το μέρος της. Δεν την ενδιέφερε ακόμα κι αν γκρεμοτσακιζόταν στο δάπεδο. Καθισμένη στο πάτωμα και πιωμένη! Τι άλλο θα έβλεπε ακόμα; «Αν περιμένει να πάμε εμείς σε αυτόν γονυπετώντας...!»

Η Μπιργκίτε ρούφηξε μια γουλιά τσάι με ένα μουρμουρητό ευγνωμοσύνης και, περιέργως, όταν ξανακοίταξε τη Νυνάβε, δεν έμοιαζε πια τόσο μεθυσμένη. «Τα συζητήσαμε. Δεν νομίζω πως το έλεγε σοβαρά. Το μόνο που ζητάει είναι μια συγγνώμη κι ένα ευχαριστώ».