Выбрать главу

Τα μάτια της Νυνάβε κόντεψαν να βγουν από τις κόγχες τους. Τα συζητήσανε; Μια συγγνώμη; Στον Μάτριμ Κώθον; «Ποτέ», γρύλισε.

«Συγγνώμη για ποιο πράγμα;» απαίτησε να μάθει η Ηλαίην, λες κι είχε μεγάλη σημασία. Προσποιήθηκε πως δεν πρόσεξε το αγριοκοίταγμα της Νυνάβε.

«Η Πέτρα του Δακρύου», είπε η Μπιργκίτε, και το κεφάλι της Νυνάβε στράφηκε απότομα. Η γυναίκα δεν έμοιαζε πια καθόλου μεθυσμένη. «Λέει πως ο ίδιος με τον Τζούιλιν πήγαν στην Πέτρα για να ελευθερώσουν τις δυο σας από ένα μπουντρούμι, από το οποίο δεν μπορούσατε να βγείτε μόνες σας». Κούνησε το κεφάλι της αργά, απορημένη. «Δεν ξέρω κατά πόσο θα έκανα το ίδιο για κάποιον, εκτός από τον Γκάινταλ. Δεν νομίζω πως θα πήγαινα στην Πέτρα. Λέει πως τον ευχαριστήσατε με τρόπο διφορούμενο και τον κάνατε να νιώθει ευγνώμων που δεν τον πετάξατε έξω με τις κλωτσιές».

Από μια άποψη, τα λόγια της ήταν αληθινά αλλά διαστρεβλωμένα. Φαντάστηκε τον Ματ με αυτό το ειρωνικό χαμόγελο, να λέει ότι καλά που ήταν κι αυτός εκεί να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, ή κάτι παρόμοιο. Ακόμα και τότε, πίστευε πως θα μπορούσε να τους πει τι να κάνουν. «Μόνο μία από τις Μαύρες αδελφές ήταν φρουρός στο μπουντρούμι», μουρμούρισε η Νυνάβε, «κι αυτήν την κανονίσαμε μόνες μας». Η αλήθεια ήταν πως δεν είχαν βρει τρόπο να ανοίξουν τη θωρακισμένη πόρτα. «Ο Μπε'λάλ δεν ενδιαφερόταν για μας έτσι κι αλλιώς -ήταν δόλωμα για τον Ραντ. Απ' όσο ξέρουμε, η Μουαραίν μπορεί να τον είχε σκοτώσει ήδη».

«Το Μαύρο Άτζα». Η φωνή της Μπιργκίτε ήταν πιο επίπεδη κι από το λιθόστρωτο δάπεδο. «Κι ένας από τους Αποδιωγμένους. Ο Ματ δεν τους ανέφερε ποτέ. Δεν του χρωστάτε απλώς ένα ευχαριστώ, αλλά πρέπει να τον προσκυνήσετε κιόλας, Ηλαίην. Κι οι δυο σας. Ο άνθρωπος το αξίζει, όπως κι ο Τζούιλιν».

Το πρόσωπο της Νυνάβε αναψοκοκκίνισε. Δεν τους είχε αναφέρει ποτέ...; Τι αξιοκαταφρόνητος και ποταπός άνθρωπος! «Δεν πρόκειται να ζητήσω συγγνώμη στον Μάτριμ Κώθον ούτε από το νεκροκρέβατό μου».

Η Αβιέντα έγειρε προς το μέρος της Ηλαίην και την άγγιξε στο γόνατο. «Θα μιλήσω με όσο περισσότερη ευπρέπεια μπορώ, κονταδελφή». Ο ήχος της φωνής της την έκανε να μοιάζει λεπτεπίλεπτη σαν κολόνα. «Αν όλα αυτά αληθεύουν, εσύ κι η Νυνάβε έχετε τοχ απέναντι στον Ματ Κώθον. Κι, απ' όσο έχω δει μέχρι τώρα, με τις πράξεις σας χειροτερέψατε τα πράγματα».

«Τοχ!» αναφώνησε η Νυνάβε. Αυτές οι δύο συζητούσαν γι' αυτήν την ανοησία, το τοχ. «Δεν είμαστε Αελίτισσες, Αβιέντα. Ο Ματ Κώθον είναι φίδι στον κόρφο όποιου συναντάει».

Η Ηλαίην όμως ένευσε καταφατικά. «Κατάλαβα. Έχεις δίκιο, Αβιέντα. Αλλά, τι πρέπει να κάνουμε; Θα χρειαστεί να με βοηθήσεις, κονταδελφή. Δεν σκοπεύω να προσπαθήσω να γίνω Αελίτισσα, αλλά... θέλω να είσαι περήφανη για μένα».

«Δεν πρόκειται να ζητήσουμε συγγνώμη!» είπε κοφτά η Νυνάβε.

«Είμαι περήφανη και μόνο που σε γνωρίζω», είπε η Αβιέντα, αγγίζοντας ελαφρά την Ηλαίην στο μάγουλο. «Η συγγνώμη είναι μια αρχή αλλά όχι αρκετή για το τοχ».

«Ακούτε τι λέω;» ούρλιαξε η Νυνάβε. «Είπα πως δεν-πρόκειται-να-ζητήσω-συγγνώμη!»

Οι άλλες συνέχισαν να συζητούν. Μόνο η Μπιργκίτε την κοίταξε και το χαμόγελό της λίγο απείχε από το να γίνει ξεκαρδιστικό γέλιο. Η Νυνάβε έπιασε σφικτά την πλεξούδα της και με τα δύο χέρια, σαν να την έπνιγε. Ήξερε πως έπρεπε να έχουν στείλει τον Θομ και τον Τζούιλιν.

22

Μικρές Θυσίες

Κοιτάζοντας με μισόκλειστα μάτια την πινακίδα πάνω από την αψιδωτή είσοδο του πανδοχείου, ντυμένη σαν κακάσχημη γυναίκα με μπαστούνι και με βλέμμα που ατένιζε όλο ελπίδα, η Ηλαίην ευχήθηκε να βρισκόταν στο κρεβάτι της, παρά να είχε βγει έξω πρωί-πρωί. Όχι, βέβαια, ότι θα κοιμόταν. Η Πλατεία Μολ Χάρα ήταν άδεια, εκτός από την ίδια, λίγες καρότσες που έτριζαν καθώς τις έσερναν γαϊδούρια και βόδια καθ’ οδόν προς την αγορά, κι από ένα τσούρμο γυναικών με τεράστια καλάθια να ισορροπούν στο κεφάλι τους. Ένας ζητιάνος με κομμένο πόδι καθόταν με το κύπελλο του σε μια γωνία του πανδοχείου· ο πρώτος απ’ όλους αυτούς που αργότερα θα γέμιζαν την πλατεία. Του είχε ήδη δώσει ένα ασημένιο νόμισμα, αρκετό για να τον θρέψει μια βδομάδα, αλλά αυτός το έχωσε κάτω από το κουρελιασμένο του πανωφόρι και περίμενε, με ένα ξεδοντιασμένο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό του. Ο ουρανός ήταν ακόμα γκρίζος, ωστόσο ήδη η μέρα προμηνυόταν καυτή. Θα ήταν δύσκολο να μείνει τόσο συγκεντρωμένη ώστε να αγνοήσει τη ζέστη.

Τα τελευταία υπολείμματα μέθης της Μπιργκίτε παρέμεναν στο πίσω μέρος του μυαλού της, αμελητέα αλλά όχι απόντα. Μακάρι η περιορισμένη ικανότητά της στη Θεραπεία να μην αποδεικνυόταν τόσο ανεπαρκής. Ήλπιζε πως η Αβιέντα κι η Μπιργκίτε θα κατάφερναν σήμερα να μάθουν κάτι για τον Καρίντιν, χρησιμοποιώντας τις Ψευδαισθητικές μεταμφιέσεις. Όχι ότι ο Καρίντιν θα τις αναγνώριζε, αλλά καλύτερα να έπαιρναν κάποια μέτρα. Ένιωθε περήφανη που η Αβιέντα δεν είχε ζητήσει να τη συνοδεύσει εδώ, αν κι η αλήθεια είναι πως θα την εξέπληττε κάτι τέτοιο. Η Αβιέντα δεν πίστευε πως είχε ανάγκη κάποιον να την προσέχει και να φροντίζει να κάνει όσα έπρεπε.