Выбрать главу

Αναστενάζοντας, ίσιωσε το φόρεμά της, παρ' όλο που δεν χρειαζόταν. Μπλε και κρεμ, με τις χαρακτηριστικές λευκές δαντέλες της Βαντάλρα, αυτό το ρούχο την έκανε να αισθάνεται κάπως... εκτεθειμένη. Η μόνη φορά που είχε αρνηθεί κατηγορηματικά να φορέσει κάτι που να μοιάζει στην τοπική μόδα ήταν τότε που, μαζί με τη Νυνάβε, ταξίδευε στο Τάντσικο παρέα με τους Θαλασσινούς, αλλά η μόδα των Εμπουνταρινών ήταν κάπως... Αναστέναξε ξανά. Το μόνο που έκανε ήταν να καθυστερεί. Έπρεπε να είχε έρθει η Αβιέντα να την πάρει από το χέρι.

«Δεν πρόκειται να ζητήσω συγγνώμη», είπε ξαφνικά η Νυνάβε ακριβώς πίσω της. Κρατούσε σφικτά την γκρίζα φούστα της και με τα δύο χέρια, κοιτώντας την Περιπλανώμενη Γυναίκα, λες κι εκεί μέσα περίμενε η ίδια η Μογκέντιεν. «Δεν υπάρχει περίπτωση!»

«Έπρεπε να φορέσεις λευκά, τελικά», μουρμούρισε η Ηλαίην, ρίχνοντας ένα πλάγιο βλέμμα γεμάτο υποψία. «Εσύ είπες πως είναι πένθιμο χρώμα», πρόσθεσε ύστερα από ένα λεπτό. Η παρατήρησή της είχε ως αποτέλεσμα ένα νεύμα ικανοποίησης, αν και δεν ήταν αυτό ακριβώς που περίμενε. Θα ήταν καταστροφικό, αν δεν μπορούσαν να τα βρουν μεταξύ τους. Η Μπιργκίτε έπρεπε να ετοιμαστεί για ένα έγχυμα βοτάνων το ίδιο πρωί, και μάλιστα για ένα πικρό μείγμα, γιατί η Νυνάβε ισχυριζόταν πως δεν ήταν αρκετά θυμωμένη για να διαβιβάσει. Είχε δραματοποιήσει πολύ τα πράγματα σχετικά με το πένθιμο λευκό ως το μόνο κατάλληλο χρώμα, επέμενε να μην έρθει, μέχρι που η Ηλαίην την τράβηξε με το ζόρι από το δωμάτιο, κι είχε ανακοινώσει τουλάχιστον είκοσι φορές την απόφαση της να μη ζητήσει συγγνώμη. Ήταν ανώφελο να τσακώνονται, αλλά... «Συμφώνησες με αυτό, Νυνάβε. Όχι, δεν θέλω να ακούσω άλλα σχετικά με το ότι εμείς οι υπόλοιπες σε φοβερίζουμε. Συμφώνησες, γι’ αυτό πάψε να είσαι κατσούφα».

Η Νυνάβε είπε κάτι ακατάληπτο, κι η οργή ήταν φανερή στη ματιά της. Ωστόσο, δεν θα άλλαζε γνώμη, παρά την έντονη δυσπιστία και το «κατσούφιασμα» που έκρυβε μέσα της. «Πρέπει να το συζητήσουμε, Ηλαίην. Δεν χρειάζεται να βιαζόμαστε. Το σχέδιο μπορεί να αποτύχει για χίλιους λόγους, με τα'βίρεν ή χωρίς, κι ο Ματ Κώθον είναι ο πιο σημαντικός από αυτούς».

Η Ηλαίην τής έριξε μια κοφτή ματιά. «Μήπως διάλεξες επίτηδες τα πιο πικρά βότανα;» Η έκδηλη οργή μεταβλήθηκε σε έκδηλη αθωότητα, αλλά η κοκκινάδα δεν χάθηκε από τα μάγουλα της Νυνάβε. Η Ηλαίην άνοιξε την πόρτα κι η Νυνάβε την ακολούθησε μουρμουρίζοντας. Η Ηλαίην δεν θα εκπλησσόταν ακόμα κι αν της έβγαζε τη γλώσσα. Φαίνεται πως η κακοκεφιά ήταν το χαρακτηριστικό αυτού του πρωινού.

Η μυρωδιά από φουρνιστό ψωμί που ξεχυνόταν από τη μεριά της κουζίνας χτύπησε τα ρουθούνια τους, κι όλα τα παντζούρια ήταν ανοιχτά για να αερίζεται η αίθουσα. Μια στρουμπουλή σερβιτόρα ήταν ανεβασμένη πάνω σε ένα ψηλό σκαμνί και, τεντωμένη στις μύτες των ποδιών της, προσπαθούσε να κατεβάσει από ένα σημείο πάνω από το παράθυρο κάποια κουρελιασμένα κλωνάρια ενός αειθαλούς φυτού, ενώ άλλοι τακτοποιούσαν τα τραπέζια, τις καρέκλες και τους πάγκους που είχαν μετακινηθεί για τον χορό. Κανείς άλλος δεν ήταν παρών τόσο νωρίς το πρωί, παρά μόνο ένα κοκαλιάρικο κορίτσι με μια άσπρη ποδιά, το οποίο σκούπιζε το πάτωμα χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ομορφούλα, αν το στόμα της δεν ήταν μονίμως σουφρωμένο. Ο χώρος, πάντως, δεν ήταν και τόσο χάλια, λαμβάνοντας υπ' όψιν το πανδαιμόνιο και την ακολασία που επικρατούν συνήθως στα πανδοχεία κατά τη διάρκεια των γιορτών. Η Ηλαίην συνειδητοποίησε πως ένα μέρος του εαυτού της θα ήθελε να παρευρεθεί στο ξεφάντωμα.

«Μπορείς να μου δείξεις πού βρίσκεται το δωμάτιο του Άρχοντα Κώθον;» ρώτησε χαμογελώντας το κοκαλιάρικο κορίτσι, προσφέροντάς της δύο ασημένια νομίσματα. Η Νυνάβε ρουθούνισε περιφρονητικά. Ήταν σφιγμένη σαν φλούδα φρέσκου μήλου. Εκείνη είχε δώσει στον ζητιάνο ένα ολόκληρο χάλκινο νόμισμα!

Το κορίτσι τις κοίταξε σκυθρωπά -τόσο αυτές, όσο και τα νομίσματα, περιέργως- και μουρμούρισε κακότροπα κάτι σαν «Επίχρυση γυναίκα χτες το βράδυ και δύο κυρίες πρωί-πρωί». Απρόθυμα, τους έδωσε οδηγίες. Για μια στιγμή, η Ηλαίην νόμισε πως η μικρή θα αγνοούσε τα νομίσματα, αλλά, ενώ ήταν έτοιμη να απομακρυνθεί, το κορίτσι άρπαξε τα ασημένια νομίσματα από το χέρι της χωρίς να πει ούτε ευχαριστώ και τα έχωσε μέσα στην μπλούζα της προτού αρχίσει να σκουπίζει το πάτωμα με τόση δύναμη λες κι ήθελε να το χτυπήσει μέχρι θανάτου. Ίσως να είχε κάποια τσέπη ραμμένη σε εκείνο το σημείο.