«Βλέπεις;» μούγκρισε η Νυνάβε μέσα από τα δόντια της. «Προσπάθησε να προσελκύσει αυτήν τη νεαρή, θυμήσου τα λόγια μου. Σε έναν τέτοιο τύπο θες να απολογηθώ;»
Η Ηλαίην δεν απάντησε, παρά μόνο ανέβηκε τα δίχως κιγκλίδωμα σκαλοπάτια στο πίσω μέρος του δωματίου. Αν η Νυνάβε δεν σταματούσε να γκρινιάζει... Πρώτος διάδρομος δεξιά, είχε πει το κορίτσι, και τελευταία πόρτα αριστερά, αλλά, μόλις η Ηλαίην έφθασε μπροστά της, δίστασε κι άρχισε να δαγκώνει το κάτω χείλος της.
Η Νυνάβε ζωήρεψε. «Βλέπεις πως δεν είναι καλή ιδέα, έτσι; Δεν είμαστε Αελίτισσες, Ηλαίην. Συμπαθώ το κορίτσι, παρ’ ότι διαρκώς πασπατεύει εκείνο το μαχαίρι της, αλλά σκέψου πως όλα αυτά που έλεγε δεν ήταν παρά βλακείες. Είναι αδύνατον. Δεν μπορεί, θα πρέπει να το καταλαβαίνεις».
«Δεν συμφωνήσαμε σε κάτι που είναι αδύνατον, Νυνάβε». Έκανε προσπάθεια να διατηρήσει σταθερή τη φωνή της. Υπήρχε κάτι σε αυτά που είχε προτείνει η Αβιέντα, με κάθε σοβαρότητα προφανώς... Στην πραγματικότητα, είχε προτείνει να αφήσουν αυτόν τον άντρα να τις μεταστρέψει! «Αυτό που συμφωνήσαμε είναι δυνατόν». Με το ζόρι, δηλαδή. Με τις αρθρώσεις των δαχτύλων της χτύπησε δυνατά την ορθογώνια πόρτα. Πάνω της υπήρχε σκαλισμένο ένα ψάρι, ένα στρογγυλό πράγμα με ρίγες και ρύγχος. Όλες οι πόρτες έφεραν ένα σκάλισμα στην επιφάνειά τους, οι περισσότερες ένα ψάρι. Καμιά απάντηση.
Η Νυνάβε ξεφύσησε απότομα. Φαίνεται πως τόση ώρα κρατούσε την ανάσα της. «Μπορεί να έχει βγει. Ας έρθουμε άλλη φορά».
«Τέτοια ώρα;» Η Ηλαίην χτύπησε την πόρτα άλλη μια φορά. «Εσύ είπες πως ξαπλώνει όποτε βρει ευκαιρία». Καμιά απάντηση από μέσα.
«Ηλαίην, αν υπολογίσουμε την Μπιργκίτε, ο Ματ θα πρέπει να τα κοπάνησε γερά χτες το βράδυ. Δεν θα του είναι και πολύ ευχάριστο να τον ξυπνήσουμε. Γιατί δεν φεύγουμε και...»
Η Ηλαίην ανασήκωσε το μάνταλο και μπήκε μέσα. Η Νυνάβε την ακολούθησε, με έναν αναστεναγμό που θα μπορούσε να έχει ακουστεί μέχρι το παλάτι.
Ο Ματ Κώθον ήταν ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στο κρεβάτι του, πάνω στο πλεχτό κόκκινο κλινοσκέπασμα, ενώ ένα διπλωμένο ύφασμα ήταν περασμένο πάνω από τα μάτια του κι ακουμπούσε στο μαξιλάρι. Το δωμάτιο, παρά την απουσία σκόνης, ήταν σχετικά ακατάστατο. Μια μπότα ήταν αφημένη στον νιπτήρα -στον νιπτήρα!- πλάι σε μια άσπρη λεκάνη γεμάτη αχρησιμοποίητο νερό. Ο όρθιος καθρέφτης ήταν πεσμένος λοξά, λες κι ο Ματ είχε σκοντάψει πάνω του και τον είχε αφήσει έτσι γερτό, ενώ το ζαρωμένο του πανωφόρι ήταν πεταμένο πάνω σε μια καρέκλα με κλιμακωτή ράχη. Φορούσε όλα τα υπόλοιπα ρούχα του, συμπεριλαμβανομένων τού μαύρου μαντηλιού, που φαίνεται πως δεν έβγαζε ποτέ από πάνω του, και της άλλης μπότας. Η ασημένια κεφαλή της αλεπούς κρεμόταν από την ξεκούμπωτη πουκαμίσα του.
Το μενταγιόν προξενούσε φαγούρα στα δάχτυλά της. Αν ο άντρας ήταν όντως τύφλα στο μεθύσι, θα μπορούσε να του το πάρει χωρίς να καταλάβει τίποτα. Ούτως ή άλλως, σκόπευε να βρει με ποιον τρόπο απορροφούσε τη Δύναμη αυτό το πράγμα. Ανέκαθεν εκστασιαζόταν με το να ανακαλύπτει πώς λειτουργούσαν διάφορα πράγματα, αλλά αυτή η κεφαλή της αλεπούς περιείχε όλα τα αινίγματα του κόσμου σε ένα αντικείμενο.
Η Νυνάβε την έπιασε από το μανίκι και τίναξε το κεφάλι της προς το μέρος της πόρτας, ψιθυρίζοντας «κοιμάται» και κάτι άλλο που η Ηλαίην δεν ξεχώρισε. Ίσως άλλη μια ικεσία για να φύγουν.
«Άσε με ήσυχο, Νέριμ», μουρμούρισε ξαφνικά ο Ματ. «Σου είπα, το μόνο που θέλω είναι ένα καινούργιο κεφάλι. Και κλείσε την πόρτα μαλακά, για να μη σε καρφώσω από τα αυτιά πάνω της».
Η Νυνάβε αναπήδησε κι έκανε να τραβήξει την Ηλαίην προς την έξοδο, αλλά εκείνη έμεινε στητή κι ακίνητη. «Δεν είμαι ο Νέριμ, Άρχοντα Κώθον».
Ο άντρας ανασήκωσε το κεφάλι του από το μαξιλάρι, χρησιμοποιώντας και τα δύο χέρια για να τραβήξει το ύφασμα, και τις κοίταξε με μισόκλειστα και κοκκινισμένα μάτια.
Η Νυνάβε, με ένα μειδίαμα να διαγράφεται στα χείλη της, δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να κρύψει την ικανοποίησή της που τον έβλεπε σε αυτήν την άθλια κατάσταση. Η Ηλαίην δεν κατάλαβε αρχικά για ποιον λόγο ένιωθε κι η ίδια την επιθυμία να χαμογελάσει. Από τη μέχρι τότε εμπειρία της με το πιοτό, μόνο οίκτο και συμπόνια μπορούσε να νιώσει για τους μπεκρήδες. Στο πίσω μέρος του μυαλού της ένιωθε ακόμα βαρύ το κεφάλι της Μπιργκίτε. Σίγουρα δεν της άρεσε να μεθοκοπά η Μπιργκίτε, για οποιονδήποτε λόγο, αλλά ούτε ένιωθε ωραία στη σκέψη πως υπήρχε κάποιος άλλος που έκανε κάτι καλύτερα από την πρώτη της Πρόμαχο. Γελοία σκέψη· στενάχωρη· αλλά κι ικανοποιητική.