Выбрать главу

«Τι κάνεις εδώ;» απαίτησε να μάθει με βραχνή φωνή ο Ματ, την επόμενη στιγμή όμως μόρφασε και χαμήλωσε τους τόνους. «Είναι μαύρα μεσάνυχτα».

«Έχει ξημερώσει», του αποκρίθηκε κοφτά η Νυνάβε. «Δεν θυμάσαι ότι μίλησες με την Μπιργκίτε;»

«Μπορείς να μη μιλάς τόσο δυνατά;» ψιθύρισε κλείνοντας τα μάτια του. Σε λίγα δευτερόλεπτα, τα είχε γουρλώσει πάλι. «Με την Μπιργκίτε;» Ανακάθισε απότομα, στρέφοντας τα πόδια του από τη μία πλευρά του κρεβατιού. Κάθισε για λίγο ακίνητος, κοιτώντας τις πλάκες του δαπέδου, με τους αγκώνες πάνω στα γόνατα και το μενταγιόν να κρέμεται από το κορδόνι που ήταν περασμένο γύρω από τον λαιμό του. Τελικά, έστρεψε το κεφάλι του και τις κοίταξε με οδύνη. Ή, τουλάχιστον, αυτό φανέρωναν τα μάτια του. «Τι σας είπε;»

«Μας πληροφόρησε για τις αξιώσεις σου, Άρχοντα Κώθον», απάντησε με τυπικότητα η Ηλαίην. Μάλλον κάπως έτσι θα ένιωθε κάποιος μπροστά στη λαιμητόμο. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο πέρα από το να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της και να αντιμετωπίσει με θάρρος οτιδήποτε κι αν της συνέβαινε. «Επιθυμώ να σε ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου, που με έσωσες στην Πέτρα του Δακρύου». Το είπε, αυτό ήταν. Δεν ήταν και τόσο φοβερό.

Η Νυνάβε έμεινε ακίνητη, γεμάτη βλοσυρότητα και με τα χείλη ερμητικά κλειστά. Η γυναίκα δεν επρόκειτο να την αφήσει να το κάνει μόνη της. Η Ηλαίην αγκάλιασε την Πηγή, προτού το σκεφτεί καλά-καλά, και διαβίβασε μια μικρή ροή Αέρα που χάιδεψε τον λοβό του αυτιού της Νυνάβε σαν ανάλαφρο δάχτυλο. Η γυναίκα έκλεισε με την παλάμη της το ένα της αυτί και συνοφρυώθηκε περισσότερο, αλλά η Ηλαίην στράφηκε ψυχρά προς το μέρος του Άρχοντα Κώθον και περίμενε.

«Κι εγώ σε ευχαριστώ», μουρμούρισε μουτρωμένη η Νυνάβε. «Από καρδιάς».

Η Ηλαίην έστρεψε ασυναίσθητα τα μάτια της προς τα επάνω. Έτσι κι αλλιώς, τους είχε ζητήσει να μιλούν σιγανά. Και φαινόταν να τις άκουγε. Παραδόξως, όμως, ο άντρας ανασήκωσε αμήχανος τους ώμους του.

«Α, αυτό. Δεν ήταν τίποτα. Το πιθανότερο είναι πως θα ελευθερωνόσασταν και χωρίς εμένα». Το πρόσωπό του βυθίστηκε στα χέρια του και πίεσε ξανά το υγρό ύφασμα πάνω στα μάτια του. «Μήπως, φεύγοντας, μπορείτε να πείτε στην Κάιρα να μου φέρει λίγο ποντς; Είναι μια λυγερή, χαριτωμένη και με βλέμμα γεμάτο ζεστασιά».

Η Ηλαίην ρίγησε. Τίποτα; Αυτός ο άντρας απαίτησε μια συγγνώμη, εκείνη εξευτελίστηκε σχεδόν για να την ξεστομίσει, και τώρα δεν ήταν τίποτα; Δεν άξιζε ούτε οίκτο ούτε συμπόνια! Είχε ακόμα στην κατοχή της το σαϊντάρ και σκέφτηκε να το στρέψει εναντίον του με μια ροή πολύ πυκνότερη από αυτή που είχε χρησιμοποιήσει στη Νυνάβε. Βέβαια, δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα εφ' όσον εκείνος φορούσε την κεφαλή της αλεπούς, η οποία ωστόσο, έτσι όπως ήταν κρεμασμένη, δεν άγγιζε το κορμί του. Άραγε, παρείχε την ίδια προστασία όταν δεν ακουμπούσε επάνω του...;

Η Νυνάβε έβαλε τέλος στους συλλογισμούς της ορμώντας κατά πάνω του, με δάχτυλα συστραμμένα σαν γαμψώνυχα. Η Ηλαίην κατάφερε να μπει ανάμεσά τους και να πιάσει την έξαλλη γυναίκα από τον ώμο. Για λίγο στάθηκαν αντικριστά η μία με την άλλη, μύτη με μύτη, παρά τη διαφορά ύψους. Κάνοντας μια γκριμάτσα, η Νυνάβε χαλάρωσε τελικά κι η Ηλαίην έκρινε πως μπορούσε να την ελευθερώσει.

Ο άντρας καθόταν ακόμα με το κεφάλι σκυφτό, μη έχοντας πάρει χαμπάρι τίποτα. Ανεξάρτητα από το αν το μενταγιόν τον προστάτευε ή όχι, ήταν έτοιμη να αρπάξει από τη γωνία τη θήκη του τόξου του και να αρχίσει να τον χτυπάει μέχρις ότου θα ούρλιαζε από πόνο. Αισθάνθηκε την οργή να φουντώνει στο πρόσωπό της. Εμπόδισε τη Νυνάβε από το να τα γκρεμίσει όλα, μόνο και μόνο για να σκεφτεί πως θα τα γκρέμιζε η ίδια. Το χειρότερο απ' όλα ήταν εκείνο το αυτάρεσκο χαμόγελο ικανοποίησης που είχε χαραχτεί στο πρόσωπο της άλλης γυναίκας και που έδειχνε ξεκάθαρα τι ακριβώς σκεφτόταν.

«Υπάρχει και κάτι άλλο, Άρχοντα Κώθον», ανακοίνωσε, ισιώνοντας τους ώμους της. Το χαμόγελο εξαφανίστηκε από το πρόσωπο της Νυνάβε. «Επιθυμούμε, επίσης, να σου ζητήσουμε συγγνώμη επειδή καθυστερήσαμε να σου εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας, που τόσο πολύ άξιζες. Επίσης, ζητάμε... ταπεινά... συγγνώμη...» μπέρδεψε για λίγο τα λόγια της, «... για τη συμπεριφορά μας απέναντί σου». Η Νυνάβε άπλωσε το χέρι της σε μια ικετευτική χειρονομία, αλλά η Ηλαίην την αγνόησε. «Για να σου δείξουμε πόσο βαθιά έχουμε μετανιώσει, υποσχόμαστε τα ακόλουθα». Η Αβιέντα είχε πει πως μια έκφραση συγγνώμης ήταν μονάχα η αρχή. «Δεν πρόκειται να σε υποτιμήσουμε ή να σε εξευτελίσουμε, ούτε θα τσακωθούμε μαζί σου για οποιαδήποτε αιτία, ούτε... ούτε θα επιχειρήσουμε να σε προστάξουμε να κάνεις κάτι». Η Νυνάβε μόρφασε. Το στόμα της Ηλαίην ήταν σφιγμένο, αλλά εκείνη δεν σταμάτησε. «Αναγνωρίζοντας το ενδιαφέρον σου για την ασφάλειά μας, δεν θα φύγουμε χωρίς να σου αναφέρουμε πού πηγαίνουμε και χωρίς να λάβουμε υπ' όψιν μας τη συμβουλή σου». Μα το Φως, δεν είχε την παραμικρή διάθεση να γίνει Αελίτισσα, δεν ήθελε να κάνει τίποτα απ' όλα αυτά, αλλά επιθυμούσε απεγνωσμένα τον σεβασμό της Αβιέντα. «Αν... αν κρίνεις πως...» Δεν σκόπευε να γίνει αδελφοσύζυγος -και μόνο η σκέψη είχε κάτι το άσεμνο!- αλλά όντως συμπαθούσε αυτήν τη γυναίκα. «...πως κινδυνεύουμε άσκοπα...» Δεν έφταιγε η Αβιέντα, που ο Ραντ είχε σκλαβώσει την καρδιά τους. Και την καρδιά της Μιν. «.. .θα δεχτούμε να μας συνοδεύσουν σωματοφύλακες δικής σου επιλογής...» Ό,τι ήταν να γίνει, έγινε, είτε το αποκαλούσε κάποιος μοίρα, είτε τα'βίρεν, είτε οτιδήποτε άλλο. Αγαπούσε και τις δύο γυναίκες σαν αδελφές, «...και θα τους κρατήσουμε κοντά μας όσο είναι δυνατόν». Κατάρα στον άντρα που την ανάγκαζε να το κάνει αυτό, και δεν εννοούσε τον Ματ Κώθον! «Το ορκίζομαι στον Θρόνο του Λιονταριού του Άντορ». Ξεφύσησε λες κι είχε τρέξει ένα μίλι. Η Νυνάβε έμοιαζε με κουνάβι στριμωγμένο στη γωνία.