Выбрать главу

Το κεφάλι του γύρισε αργά-αργά προς το μέρος τους, κι ο Ματ τράβηξε το ύφασμα τόσο, ώστε να αποκαλύψει ένα κοκκινισμένο μάτι. «Ακούγεσαι σαν να έχεις καταπιεί σιδερένιο μπαστούνι, Αρχόντισσά μου», είπε κοροϊδευτικά. «Σου επιτρέπω να με λες Ματ». Τι αποκρουστικός άντρας! Δεν καταλάβαινε διόλου από καλούς τρόπους! Το κοκκινισμένο μάτι την κοίταξε λοξά. «Κι εσύ, Νυνάβε; Η Ηλαίην μίλησε και για τις δυο σας, αλλά εσύ δεν είπες λέξη».

«Δεν θα σου βάζω τις φωνές», του φώναξε η Νυνάβε. «Και θα τηρήσω όλα όσα ειπώθηκαν. Σου το υπόσχομαι...!» Οι λέξεις πνίγηκαν στο λαρύγγι της, καθώς συνειδητοποίησε πως ήταν αδύνατον να τον αποκαλέσει με κάποια από τις επιτρεπόμενες προσφωνήσεις χωρίς να παραβεί την υπόσχεσή της. Πάντως, το αποτέλεσμα της απάντησής της ήταν υπέρ το δέον ικανοποιητικό.

Εκείνος με μια κραυγή, άρχισε να τρέμει, ρίχνοντας από πάνω του το ύφασμα, κι έπιασε το κεφάλι του και με τα δύο χέρια. Τα μάτια του γούρλωσαν. «Φλεγόμενο ζάρι», κλαψούρισε, ή κάτι παρόμοιο. Η Ηλαίην σκέφτηκε ξαφνικά πως αυτός ο άντρας θα γινόταν πολύ καλός λεξιπλάστης. Σταβλίτες κι ανάλογης τάξης άνθρωποι, με το που την έβλεπαν, εξευγενίζονταν απότομα. Βέβαια, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της να τον εκπολιτίσει, να τον κάνει χρήσιμο για τον Ραντ, αλλά αυτό δεν είχε να κάνει και τόσο με το θέμα της γλώσσας. Ομολογουμένως, υπήρχαν κάμποσα πράγματα που δεν είχε υποσχεθεί. Η Νυνάβε θα ηρεμούσε, αν της τα ανέφερε.

Ύστερα από κάμποση ώρα, ο Ματ μίλησε με φωνή που έμοιαζε κενή. «Σ' ευχαριστώ, Νυνάβε». Έκανε μια παύση και ξεροκατάπιε. «Νόμισα για μια στιγμή πως εσείς οι δύο ήσασταν κάποιοι άλλοι μεταμφιεσμένοι. Μια κι εξακολουθώ να είμαι ζωντανός, ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Απ' όσο θυμάμαι, η Μπιργκίτε μού είπε πως με θέλατε για να σας βρω κάτι. Τι ακριβώς θέλετε;»

«Δεν θα το βρεις», του απάντησε με σταθερή φωνή η Νυνάβε. Εν πάση περιπτώσει, ο τόνος της φωνής της ήταν πιότερο σκληρός παρά σταθερός, αλλά η Ηλαίην δεν έκρινε σκόπιμο να τη συνετίσει. Ο Ματ ήταν άξιος οποιασδήποτε αντίδρασης. «Εσύ θα μας συνοδεύσεις κι εμείς θα το βρούμε».

«Άρχισες από τώρα να κάνεις νερά, Νυνάβε;» Κατάφερε να γελάσει σαρκαστικά· αυτό και τα κοκκινισμένα μάτια του τον έκαναν ιδιαίτερα απωθητικό. «Μόλις υποσχέθηκες να κάνεις ό,τι λέω εγώ. Αν αυτό που επιθυμείς είναι ένας εξημερωμένος τα'βίρεν, στον οποίον μπορείς να βάλεις λαιμαριά, τράβα ρώτα τον Ραντ ή τον Πέριν, να δούμε τι θα σου απαντήσουν».

«Δεν υποσχεθήκαμε κάτι τέτοιο, Μάτριμ Κώθον», του απάντησε κοφτά η Νυνάβε, ορθώνοντας το ανάστημά της. «Εγώ, τουλάχιστον, δεν υποσχέθηκα τίποτα τέτοιο!» Μόλις που κρατιόταν για να μην ορμήσει και πάλι επάνω του. Ακόμα κι η πλεξούδα της φάνταζε έτοιμη για επίθεση.

Η Ηλαίην κατόρθωσε να παραμείνει πιο ψύχραιμη. Η συνεχής αντιπαράθεση μαζί του δεν θα τους έβγαζε πουθενά. «Θα ακούσουμε τη συμβουλή σου και θα την αποδεχτούμε, αν είναι μέσα στο πλαίσιο της λογικής, Άρχοντα... Ματ», του είπε επιτιμητικά αλλά κι ευγενικά. Δεν ήταν δυνατόν να πιστεύει όντως ότι είχαν υποσχεθεί να... Κι όμως, όσο περισσότερο τον κοίταζε, τόσο πιο πολύ έβλεπε ότι το πίστευε. Μα το Φως! Η Νυνάβε είχε δίκιο. Αυτός ο άνθρωπος θα δημιουργούσε πρόβλημα.

Είχε ακόμα την κατάσταση στα χέρια της. Διαβιβάζοντας για άλλη μια φορά, ανασήκωσε το πανωφόρι του από την καρέκλα και το τοποθέτησε σε ένα κρεμαστάρι στον τοίχο, έτσι ώστε να μπορεί η ίδια να καθίσει, ακουμπώντας στη ράχη για να τακτοποιήσει προσεκτικά τη φούστα της. Θα ήταν κάπως δύσκολο να τηρήσει τις υποσχέσεις της απέναντι στον Άρχοντα Κώθον -τον Ματ- όσο κι απέναντι στον εαυτό της· ωστόσο, ό,τι και να της έλεγε αυτός, ό,τι και να έκανε, δεν θα την άγγιζε. Η Νυνάβε έριξε μια ματιά στο μοναδικό άλλο σημείο που μπορούσε να καθίσει, ένα χαμηλό σκαλιστό ξύλινο σκαμνί, αλλά παρ' όλα αυτά παρέμεινε όρθια. Έπιασε την πλεξούδα της κι ύστερα σταύρωσε τα χέρια της. Το ένα της πόδι χτυπούσε ρυθμικά κι απειλητικά το δάπεδο.