«Οι Άθα’αν Μιέρε το αποκαλούν Κύπελλο των Ανέμων, Άρχοντα... Ματ. Είναι ένα τερ'ανγκριάλ...»
Μια σπίθα ενδιαφέροντος έλαμψε μέσα από την καχεξία του. «Να κάτι που αξίζει να βρεθεί», μουρμούρισε. «Στο Ράχαντ». Κούνησε το κεφάλι του και μόρφασε. «Ακούστε με τώρα. Καμιά σας δεν θα πατήσει πόδι στην άλλη όχθη του ποταμού χωρίς να συνοδεύεται από τέσσερις ή πέντε από τους Κοκκινοχέρηδές μου. Ούτε έξω από το παλάτι θα πατήσετε. Σας είπε η Μπιργκίτε σχετικά με το σημείωμα μέσα στο πανωφόρι μου; Της το ανέφερα, είμαι σίγουρος. Υπάρχει κι αυτός ο Καρίντιν με τους Σκοτεινόφιλους. Μη μου πείτε πως δεν ετοιμάζει κάτι».
«Οποιαδήποτε αδελφή υποστηρίζει την Εγκουέν ως Αμερλιν διατρέχει κίνδυνο από τον Πύργο». Σωματοφύλακες παντού; Μα το Φως! Μια επικίνδυνη λάμψη φάνηκε στα μάτια της Νυνάβε και το πόδι της άρχισε να χτυπάει ταχύτερα το δάπεδο. «Δεν γίνεται να κρυφτούμε, Άρχ... Ματ, και δεν θα το κάνουμε. Θα λογαριαστούμε με τον Τζάιτσιμ Καρίντιν σε βάθος χρόνου». Δεν είχαν υποσχεθεί ότι θα του έλεγαν τα πάντα, ούτε θα άφηναν να στραφεί αλλού η προσοχή του. «Υπάρχουν πιο σημαντικά και τρέχοντα ζητήματα».
«Σε βάθος χρόνου;» άρχισε να λέει ο Ματ, κι ο τόνος της φωνής του ανέβηκε κάπως, φανερώνοντας δυσπιστία, αλλά η Νυνάβε δεν τον άφησε να συνεχίσει.
«Τέσσερις ή πέντε σωματοφύλακες για την καθεμιά μας;» είπε ξινά. «Αυτό είναι γελ...» Έκλεισε τα μάτια για λίγο κι ο τόνος της φωνής της έγινε πιο ήπιος. Ελαφρά πιο ήπιος. «Εννοώ, δεν είναι πολύ λογικό. Είμαστε εγώ, η Ηλαίην, η Μπιργκίτε κι η Αβιέντα. Δεν έχεις τόσους πολλούς στρατιώτες. Κι, εν πάση περιπτώσει, εμείς εσένα χρειαζόμαστε». Η τελευταία πρόταση φάνηκε να βγαίνει με το τσιγκέλι. Ήταν μια παραδοχή άνευ προηγουμένου.
«Η Μπιργκίτε με την Αβιέντα δεν χρειάζονται επιτηρητές», είπε ο άντρας αφηρημένα. «Κάτι μού λέει πως αυτό το Κύπελλο των Ανέμων είναι πολύ πιο σημαντικό από τον Καρίντιν, αλλά... Δεν είναι σωστό να αφήσουμε τους Σκοτεινόφιλους να κόβουν βόλτες ανενόχλητοι».
Το πρόσωπο της Νυνάβε αναψοκοκκίνισε αργά. Η Ηλαίην κοίταξε το δικό της στον όρθιο καθρέφτη κι ανακουφίστηκε όταν είδε ότι διατηρούσε την αυτοπειθαρχία της. Επιφανειακά, τουλάχιστον. Αυτός ο άνθρωπος ήταν άνω ποταμών! Άκου επιτηρητές! Δεν ήταν σίγουρη τι από τα δύο θα ήταν χειρότερο: να είχε πετάξει αυτήν την προσβολή επίτηδες ή να το είχε κάνει ασυνείδητα; Κοίταξε ξανά τον εαυτό της στον καθρέφτη και χαμήλωσε κάπως το κεφάλι της. Επιτηρητές! Ο εαυτός της ήταν ο ορισμός της αυτοκυριαρχίας.
Ο Ματ τις εξέτασε με τα κοκκινισμένα του μάτια, αλλά προφανώς δεν πρόσεξε τίποτα. «Μόνο αυτά σάς είπε η Μπιργκίτε;» ρώτησε. «Θα έλεγα πως είναι αρκετά, ακόμα και για σένα», του πέταξε απότομα η Νυνάβε. Παραδόξως, φάνηκε έκπληκτος κι ευχαριστημένος.
Η Νυνάβε ξαφνιάστηκε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της ακόμα πιο σφιχτά. «Μια και δεν είσαι σε θέση να πας πουθενά μαζί μας προς το παρόν -μη με αγριοκοιτάζεις, Ματ Κώθον, δεν θέλω να σε προσβάλω, απλώς λέω την αλήθεια!— μπορείς να περάσεις το υπόλοιπο πρωινό σου τριγυρνώντας στο παλάτι. Και μη νομίσεις πως θα σε βοηθήσουμε να κουβαλήσεις τα πράγματά σου. Δεν υποσχέθηκα να γίνω υποζύγιο».
«Η Περιπλανώμενη Γυναίκα είναι μια χαρά», άρχισε να λέει ο Ματ θυμωμένα, αλλά σταμάτησε, και μια έκφραση απορίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Μια έκφραση φρίκης, συμπέρανε η Ηλαίην. Αυτό για να μάθει να γαυγίζει όταν το κεφάλι του ήταν κολοκύθα. Έτσι, τουλάχιστον, είχε νιώσει η ίδια τότε που τα είχε κοπανήσει. Βέβαια, δεν έτρεφε αυταπάτες ότι αυτό θα του γινόταν μάθημα. Οι άντρες ανέκαθεν έβαζαν τα χέρια τους στη φωτιά πιστεύοντας πως αυτήν τη φορά δεν θα καούν, έτσι έλεγε πάντα η Λίνι.
«Μην περιμένεις πως θα βρούμε το Κύπελλο με την πρώτη», συνέχισε η Νυνάβε, «ασχέτως του αν είσαι τα'βίρεν ή όχι. Η καθημερινή έξοδος θα απλουστευθεί, αν δεν χρειαστεί να διασχίζεις την πλατεία». Αυτό που εννοούσε, φυσικά, ήταν να μη χρειαστεί να τον περιμένουν κάθε πρωί. Η γνώμη της ήταν πως το μεθύσι δεν αποτελούσε τη μοναδική δικαιολογία για να παραμείνει επί ώρες στο κρεβάτι. Κάθε άλλο μάλιστα.
«Επιπλέον», πρόσθεσε η Ηλαίην, «με αυτόν τον τρόπο μπορείς να μας προσέχεις». Ο ήχος που βγήκε από το λαρύγγι της Νυνάβε έμοιαζε με γρύλισμα. Μα δεν έβλεπε πως έπρεπε να τον δελεάσουν; Το θέμα δεν ήταν αν όντως του είχε υποσχεθεί πως θα του επέτρεπε να τις προσέχει.