Ο Ματ δεν φάνηκε να είχε ακούσει καμία από τις δύο. Τα κάτισχνα μάτια του έμοιαζαν να κοιτάζουν μέσα της. «Γιατί στο καλό σταμάτησαν τώρα;» μούγκρισε, τόσο σιγανά που μόλις έγινε ακουστός. Τι να σήμαιναν τα λόγια του, άραγε;
«Τα διαμερίσματα ταιριάζουν σε βασιλιά, Άρχοντα... Ματ. Τα διάλεξε η ίδια η Τάυλιν, ακριβώς κάτω από τα δικά της. Ενδιαφέρθηκε προσωπικά. Μη μας αναγκάσεις να προσβάλουμε τη Βασίλισσα. Έτσι, Ματ;»
Ρίχνοντας μια ματιά στο πρόσωπό του, η Ηλαίην διαβίβασε βιαστικά, ανοίγοντας το παράθυρο κι αδειάζοντας τον νιπτήρα. Ο Ματ έμοιαζε με κάποιον έτοιμο να ξεράσει, όπως την κοιτούσε με τα κατακόκκινα μάτια του.
«Δεν καταλαβαίνω για ποιον λόγο κάνεις τόση φασαρία», του είπε. Στην πραγματικότητα, ήξερε πως η ίδια έκανε περισσότερη. Κάποιες από τις σερβιτόρες πιθανόν να τον άφηναν να τις πασπατέψει, αλλά αμφέβαλλε αν αυτό θα συνέβαινε στο παλάτι. Εκεί, δεν θα είχε την ευκαιρία ούτε να πιει ούτε να χαρτοπαίξει. Η Τάυλιν σίγουρα δεν θα του επέτρεπε να δώσει το κακό παράδειγμα στον Μπέσλαν. «Όλοι μας πρέπει να κάνουμε κάποιες θυσίες». Καταβάλλοντας προσπάθεια, δεν συνέχισε την πρόταση της, αποφεύγοντας να του πει πως η θυσία από τη δική του μεριά ήταν μικρή και δίκαιη, ενώ από τη δικιά τους τερατώδης και άδικη, παρά τα όσο έλεγε η Αβιέντα. Η Νυνάβε σίγουρα θα ήταν εγκάθετη σε κάθε είδους θυσία.
Έπιασε με τα χέρια του ξανά το κεφάλι του, βγάζοντας πνιχτούς ήχους, ενώ οι ώμοι του συσπώνταν. Γελούσε! Η Ηλαίην ανασήκωσε τον νιπτήρα πάνω σε ένα στρώμα Αέρα, έτοιμη σχεδόν να του τον κοπανήσει στο κεφάλι. Όταν ο Ματ έστρεψε τη ματιά του προς το μέρος της έμοιαζε θυμωμένος. «Θυσίες;» γρύλισε. «Αν σου το ζητούσα εγώ, θα μου έφερνες το ταβάνι στο κεφάλι!» Μήπως ήταν ακόμα μεθυσμένος;
Η γυναίκα αποφάσισε να αγνοήσει το τρομερό του βλέμμα. «Μια και το αναφέραμε, αν επιθυμείς Θεραπεία, η Νυνάβε είναι έτοιμη να σε εξυπηρετήσει». Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε αισθανθεί περισσότερο θυμό για να διαβιβάσει.
Η Νυνάβε τινάχτηκε ελαφρά και την κοίταξε με την άκρη του ματιού της. «Βέβαια», είπε βεβιασμένα. «Αν θέλεις». Το χρώμα στα μάγουλά της επιβεβαίωσε όλες τις υποψίες της Ηλαίην γι' αυτό το πρωινό.
Ευγενικός όπως πάντα, ο Ματ τις χλεύασε. «Ξεχάσατε το κεφάλι μου. Μια χαρά τα βγάζω πέρα και χωρίς τις Άες Σεντάι». Ύστερα, λες κι ήθελε να περιπλέξει περισσότερο τα πράγματα -η Ηλαίην ήταν σίγουρη γι' αυτό- πρόσθεσε με διστακτική φωνή. «Ευχαριστώ, πάντως, που προσφερθήκατε». Λες και το εννοούσε!
Η Ηλαίην κόντεψε να μείνει με ανοικτό το στόμα. Οι γνώσεις της γύρω από τους άντρες περιορίζονταν στον Ραντ και σε όσα τής είχαν πει η Λίνι κι η μάνα της. Άραγε, θα ήταν κι ο Ραντ εξίσου δυσνόητος με τον Ματ Κώθον;
Το τελευταίο που θυμήθηκε να κάνει πριν φύγει ήταν να εξασφαλίσει την υπόσχεση του Ματ, ότι θα πήγαινε αμέσως στο παλάτι. Η Νυνάβε είχε ξεκαθαρίσει κάπως απρόθυμα, πώς όταν εκείνος έδινε τον λόγο του, τον τηρούσε, αλλά με την παραμικρή ευκαιρία θα έβρισκε δεκάδες τρόπους να ξεφύγει. Αυτό ειδικά η Νυνάβε το είχε τονίσει και με το παραπάνω. Ο Ματ έδωσε την υπόσχεση του με ένα κρύο και χολωμένο χαμόγελο· ή ίσως να έδιναν τα μάτια του αυτήν την εντύπωση. Όταν η Ηλαίην απίθωσε τον νιπτήρα στα πόδια του, ο άντρας αισθάνθηκε ευγνωμοσύνη. Δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο να του δείξει συμπόνια.
Μόλις βρέθηκαν στον διάδρομο, κι αφού έκλεισε η πόρτα του δωματίου του Ματ, η Νυνάβε σήκωσε τη γροθιά της ψηλά. «Σκάει γάιδαρο αυτός ο άνθρωπος! Πολύ χαίρομαι που κάνει του κεφαλιού του! Ακούς; Πολύ χαίρομαι! Θα μας δημιουργήσει πρόβλημα, είμαι σίγουρη».
«Εσείς οι δυο θα του δημιουργήσετε μεγαλύτερο πρόβλημα, παρά αυτός σε σας». Ο ομιλητής βημάτισε στον διάδρομο προς το μέρος τους. Ήταν μια γυναίκα με γκριζωπά μαλλιά, αποφασιστικό πρόσωπο κι αυταρχική φωνή. Το πρόσωπό της ήταν συνοφρυωμένο και φανέρωνε μάλλον δυσαρέσκεια. Παρά το γαμήλιο μαχαίρι που κρεμόταν στο ντεκολτέ της, ήταν αρκετά όμορφη για Εμπουνταρινή. «Δεν το πίστευα όταν μου το είπε η Κάιρα. Αμφιβάλλω αν έχω ξαναδεί τόση ανοησία κρυμμένη μέσα σε δυο φουστάνια».
Η Ηλαίην κοίταξε τη γυναίκα από πάνω μέχρι κάτω. Ακόμη κι ως μαθητευόμενη, δεν είχε συνηθίσει να της απευθύνονται με αυτόν τον τρόπο. «Και ποια είστε εσείς, αγαπητή μου;»
«Θα μπορούσα να είμαι, και είμαι, η Σετάλε Ανάν, η ιδιοκτήτρια αυτού του πανδοχείου, μικρή», ήταν η ξερή απάντηση. Έπειτα από αυτά τα λόγια, η γυναίκα άνοιξε διάπλατα μια πόρτα στον διάδρομο, τις έπιασε και τις δύο από το χέρι και τις έσπρωξε τόσο γρήγορα, ώστε η Ηλαίην νόμισε πως τα πασουμάκια της πετάχτηκαν στον αέρα.
«Μου φαίνεται πως μας παρεξήγησες, Κυρά Ανάν», είπε ψυχρά, καθώς η γυναίκα τις άφηνε ελεύθερες για να κλείσει την πόρτα.