Η Νυνάβε δεν είχε διάθεση για αβρότητες. Ανασήκωσε το χέρι της και, κρατώντας το έτσι που να φαίνεται το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό, είπε οξύθυμα. «Για κοίτα εδώ...»
«Πολύ χαριτωμένο», είπε η γυναίκα, σπρώχνοντάς τις με τέτοια δύναμη, που βρέθηκαν να κάθονται πλάι-πλάι στο κρεβάτι. Τα μάτια της Ηλαίην γούρλωσαν από έκπληξη. Αυτή η κυρία Ανάν στεκόταν από πάνω τους βλοσυρή, με τις γροθιές ακουμπισμένες στους γοφούς της, σαν μάνα έτοιμη να τιμωρήσει τις κόρες της. «Μην καμαρώνετε τόσο, γιατί είστε κι οι δύο ανόητες. Αυτός ο νεαρός μπορεί να σας κανακέψει -την κάθε μία ξεχωριστά, είμαι σίγουρη, αν του το επιτρέπατε- ή να εισπράξει μερικά φιλιά ή οτιδήποτε άλλο εκ μέρους σας, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να σας κάνει κακό. Εσείς, όμως, μπορεί να του προξενήσετε κακό, αν συνεχίσετε αυτήν τη συμπεριφορά».
Να του προξενήσουν κακό; Αυτή η γυναίκα πίστευε πως... πως ο Ματ τις κανάκευε, και η Ηλαίην δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. Σηκώθηκε όρθια, ισιώνοντας τη φούστα της. «Όπως είπα, Κυρά Ανάν, μας έχετε παρεξηγήσει». Η φωνή της γινόταν ολοένα κι απαλότερη, με τη σύγχυση να δίνει τη θέση της στην ηρεμία. «Είμαι η Ηλαίην Τράκαντ, Κόρη-Διάδοχος του Άντορ και Άες Σεντάι του Πράσινου Άτζα. Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι, αλλά...» Τα μάτια της αλληθώρισαν σχεδόν καθώς η Κυρά Ανάν ακούμπησε ένα δάχτυλο στην άκρη της μύτης της.
«Ηλαίην, αν αυτό είναι το όνομά σου, το μόνο που με συγκρατεί από το να σας σύρω κάτω, στην κουζίνα, και να σας βάλω μαζί με την άλλη να κάνετε φασίνα είναι η πιθανότητα να διαθέτετε την ικανότητα της διαβίβασης. Εκτός κι αν είστε τόσο χαζές, ώστε να φοράτε αυτό το δαχτυλίδι χωρίς να έχετε τη συγκεκριμένη ικανότητα. Σας προειδοποιώ, οι αδελφές στο Παλάτι Τάρασιν δεν καταλαβαίνουν από τέτοια. Γνωρίζετε τίποτα γι' αυτές; Αν ναι, τότε ειλικρινά σάς λέω πως δεν είστε απλώς ηλίθιες αλλά απίστευτα βλαμμένες».
Η Ηλαίην αισθάνθηκε τον θυμό της να φουντώνει με αυτές τις λέξεις. Ηλίθιες; Βλαμμένες; Δεν θα το δεχόταν με τίποτα αυτό, ειδικά από τη στιγμή που εξαναγκάστηκε να συρθεί μπροστά στον Ματ Κώθον. Άκου, λέει, να τις κανακεύει ο Ματ Κώθον! Ωστόσο, κατάφερε να διατηρήσει μια επιφανειακή γαλήνη, κάτι που δεν συνέβαινε με τη Νυνάβε. Εκείνη αγριοκοίταξε τη γυναίκα γεμάτη οργή, κι η λάμψη του σαϊντάρ την περιτύλιξε καθώς σηκωνόταν όρθια. Ρεύματα Αέρα τύλιξαν την Κυρά Ανάν από τους ώμους μέχρι τους αστραγάλους, σφίγγοντας τη φούστα και το μεσοφόρι της πάνω στα πόδια της, κοντεύοντας να την τουμπάρουν. «Τυχαίνει να είμαι μία από αυτές τις αδελφές του παλατιού, η Νυνάβε αλ'Μεάρα του Κίτρινου Άτζα, για να ακριβολογώ. Λοιπόν, μήπως θες να σε σύρω εγώ μέχρι την κουζίνα; Κάτι ξέρω κι εγώ από φασίνα». Η Ηλαίην απομακρύνθηκε από το απλωμένο μπράτσο της ιδιοκτήτριας.
Η γυναίκα, λογικά, θα αισθανόταν στο πετσί της την πίεση κον ρευμάτων, κι ακόμα κι ένας ηλίθιος καταλάβαινε τι σήμαιναν αυτά τα αόρατα δεσμά, ωστόσο δεν τρεμόπαιξε καν τα βλέφαρά της! Τα πρασινωπά της μάτια στένεψαν αλλά τίποτα περισσότερο. «Ώστε, αν μη τι άλλο, μία από εσάς ξέρει πώς να διαβιβάζει», είπε ήρεμα. «Θα μπορούσα να σε αφήσω να με σύρεις κάτω, μικρή. Ό,τι και να μου κάνεις, μέχρι το μεσημέρι θα είσαι στα χέρια μιας αληθινής Άες Σεντάι, στο ορκίζομαι».
«Δεν με άκουσες;», ρώτησε απαιτητικά η Νυνάβε. «Θα...!»
Η Κυρά Ανάν συνέχισε να μιλάει. «Όχι μόνο θα περάσεις όλο τον υπόλοιπο χρόνο κλαψουρίζοντας, αλλά θα το κάνεις και μπροστά σε όποιον είπες ότι είσαι Άες Σεντάι. Δεν θα σου χαριστούν, να είσαι σίγουρη. Θα σου πρήξουν το συκώτι. Θα έπρεπε να σε αφήσω στη μοίρα σου, αλλά θα προτιμούσα, αφού με ελευθερώσεις, να τρέξεις πίσω, στο παλάτι. Ο μόνος Λόγος που δεν σε τιμωρώ είναι ότι την ίδια τύχη θα έχει κι ο Άρχοντας Ματ μόλις υποπτευθούν ότι σας βοήθησε κι, όπως ήδη είπα, συμπαθώ πολύ τον νεαρό».
«Σε προειδοποιώ...» έκανε να μιλήσει η Νυνάβε για άλλη μια φορά, αλλά η ιδιοκτήτρια του πανδοχείου τής αφαίρεσε ξανά το δικαίωμα να πει κάτι. Δεμένη σαν δέμα, η γυναίκα έμοιαζε με κοτρόνα που κατρακυλάει στην πλαγιά ενός λόφου, ή μάλλον ήταν ολόκληρη η πλαγιά που κατακρημνιζόταν, ισοπεδώνοντας ό,τι έβρισκε στον διάβα της.
«Δεν σε βοηθάει η διαιώνιση του ψέματος, Νυνάβε. Φαίνεσαι... εμμ... συν πλην είκοσι ενός χρόνων, που σημαίνει ότι μπορεί και να είσαι καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερη, αν έχεις ήδη φθάσει στην καθυστέρηση. Ίσως δε να φοράς και τέσσερα πέντε χρόνια το επώμιο. Υπάρχει, όμως, κάτι». Το κεφάλι της, το μόνο μέρος του κορμιού της που μπορούσε να κουνήσει, στράφηκε προς το μέρος της Ηλαίην. «Εσύ, νεαρή μου, δεν είσαι αρκετά μεγάλη για να έχεις καθυστέρηση και καμία στην ηλικία σου δεν έχει φορέσει ποτέ το επώμιο. Ούτε στην ιστορία του Πύργου έχει αναφερθεί ποτέ κάτι τέτοιο. Αν έμενες στον Πύργο, σου ορκίζομαι πως θα ήσουν ντυμένη στα Λευκά και θα τσίριζες κάθε φορά που η Κυρά των Μαθητευομένων σε κάρφωνε με το βλέμμα της. Βρήκες κάποιον χρυσοχόο να σου φτιάξει το δαχτυλίδι -απ' όσο ακούω, υπάρχουν ακόμα κάμποσοι ανόητοι- ή μπορεί να σου το βούτηξε η Νυνάβε, αν φυσικά έχει δικαίωμα στον θρόνο. Όπως και να έχει, όμως, μια κι εσύ δεν μπορείς να γίνεις αδελφή, δεν μπορεί ούτε αυτή. Καμιά Άες Σεντάι δεν θα ταξίδευε παρέα με μια γυναίκα που προσποιείται».