Η Ηλαίην συνοφρυώθηκε, χωρίς να προσέξει πως δάγκωνε αμήχανα το κάτω χείλος της. Καθυστέρηση. Πώς ήταν δυνατόν μια ιδιοκτήτρια πανδοχείου στο Έμπου Νταρ να ξέρει αυτές τις λέξεις; Ίσως η Σετάλε Ανάν να είχε πάει στον Πύργο σε πολύ μικρή ηλικία, αν και μάλλον δεν θα είχε μείνει για πολύ, αφού δεν είχε την ικανότητα της διαβίβασης. Η Ηλαίην θα μπορούσε να καταλάβει αν η ικανότητα της ήταν εξίσου μικρή με της μάνας της· η Μοργκέις Τράκαντ είχε τόσο μικρή ικανότητα, ώστε θα την είχαν ξαποστείλει μέσα σε λίγες βδομάδες, αν δεν ήταν ήδη Κόρη-Διάδοχος.
«Άφησέ τη, Νυνάβε», είπε χαμογελώντας. Ένιωθε μεγαλύτερη συμπάθεια για τη γυναίκα τώρα. Θα πρέπει να ήταν τρομερό να ταξιδέψεις μέχρι την Ταρ Βάλον μόνο και μόνο για να σε διώξουν. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να πιστέψει η γυναίκα τα λόγια τους -κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ, όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τι- αλλά, αφού είχε κάνει όλο αυτό το ταξίδι προς την Ταρ Βάλον, ίσως να είχε τη δυνατότητα να διασχίσει τη Μολ Χάρα. Η Μέριλιλ ή κάποια από τις υπόλοιπες αδελφές θα την έβαζε στον ίσιο δρόμο.
«Να την αφήσω;» ούρλιαξε η Νυνάβε. «Ηλαίην;»
«Άφησέ την. Κυρά Ανάν, απ' ό,τι βλέπω, ο μόνος τρόπος να πειστείς είναι...»
«Ούτε η Έδρα της Άμερλιν μαζί με τρεις Καθήμενες δεν θα με έπειθαν, μικρή μου». Μα το Φως, ποτέ δεν άφηνε κάποιον να τελειώσει μια πρόταση; «Δεν έχω ώρα για παιχνίδια. Μπορώ να σας βοηθήσω κι, εν πάση περιπτώσει, ξέρω κι άλλους που έχουν αυτή την ικανότητα, όπως και μερικές γυναίκες που παραστράτησαν. Να ευχαριστείτε τον Άρχοντα Ματ που προθυμοποιούμαι να σας πάω σε αυτές, μόνο που πρέπει να ξέρω κάτι. Πήγατε ποτέ σας στον Πύργο ή είστε αδέσποτες; Κι αν πήγατε, σας έδιωξαν ή το σκάσατε μόνες σας; Πέστε μου την αλήθεια. Φέρονται σε κάθε μία με διαφορετικό τρόπο».
Η Ηλαίην ανασήκωσε τους ώμους της αδιάφορα. Είχαν πραγματοποιήσει αυτό για το οποίο ήρθαν. Ήταν έτοιμη πια να πάψει να χάνει τον χρόνο της και να συνεχίσει με όσα έπρεπε να γίνουν. «Αν δεν θέλεις να πειστείς, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα περισσότερο. Ήδη χάσαμε αρκετό χρόνο, έτσι, Νυνάβε;»
Οι ροές γύρω από την πανδοχέα εξαφανίστηκαν, όπως κι η λάμψη γύρω από τη Νυνάβε, η οποία στεκόταν ακίνητη παρακολουθώντας τη γυναίκα επιφυλακτικά αλλά και γεμάτη ελπίδα. Έβρεξε με τη γλώσσα τα χείλη της. «Γνωρίζεις κάποιες γυναίκες που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν;»
«Νυνάβε;» είπε η Ηλαίην. «Δεν χρειαζόμαστε κανενός είδους βοήθεια. Είμαστε Άες Σεντάι, θυμάσαι;»
Με ένα πικρόχολο χαμόγελο προς την κατεύθυνση της, η Κυρά Ανάν βάλθηκε να στρώνει τη φούστα της κι έσκυψε να τακτοποιήσει το ξεσκέπαστο μεσοφόρι της. Στην πραγματικότητα, είχε στρέψει την προσοχή της στη Νυνάβε. Η Ηλαίην δεν είχε αισθανθεί ποτέ στη ζωή της πιο παραμελημένη. «Ξέρω μερικές γυναίκες που δεν έχουν πρόβλημα να αποδεχτούν μια περιστασιακή αδέσποτη, κάποια φυγάδα, μια γυναίκα που απέτυχε στη δοκιμασία της να γίνει Αποδεχθείσα ή να πάρει το επώμιο. Πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον πενήντα από δαύτες στο σύνολο, αν κι ο αριθμός ποικίλλει. Θα σας βοηθήσουν να συνεχίσετε τη ζωή σας χωρίς τον κίνδυνο να σας ανακαλύψει κάποια αδελφή και να σας κάνει να βλαστημήσετε την ώρα και τη στιγμή που γεννηθήκατε. Λοιπόν, όχι ψευτιές σε μένα. Πήγατε ποτέ σας στον Πύργο; Αν το σκάσατε, ίσως αποφασίσετε να επιστρέψετε. Ο Πύργος κατάφερε να ξετρυπώσει τις περισσότερες φυγάδες, ακόμα και κατά τη διάρκεια του Εκατονταετούς Πολέμου, οπότε μη νομίζετε πως θα τους σταματήσει μια μικρή δυσκολία. Για να πω την αλήθεια, θα σας πρότεινα να διασχίσετε την πλατεία και να αφεθείτε στο έλεος μιας αδελφής. Βέβαια, φοβάμαι πως δεν θα σας δείξει πολύ οίκτο, αλλά, πιστέψτε με, είναι καλύτερο από το να σας πιάσουν και να σας σύρουν πίσω με το ζόρι. Ύστερα από αυτό, ξεχάστε κάθε σκέψη να φύγετε από τα πέριξ του Πύργου δίχως άδεια».
Η Νυνάβε πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μας είπαν να φύγουμε από τον Πύργο, Κυρά Ανάν. Μπορώ να σας το ορκιστώ».
Η Ηλαίην την κοίταζε χωρίς να πιστεύει στα μάτια της. «Τι είναι αυτά που λες, Νυνάβε; Κυρά Ανάν, είμαστε Άες Σεντάι».