Выбрать главу

Η γυναίκα γέλασε. «Μικρή μου, άσε με να μιλήσω με τη Νυνάβε, η οποία, αν μη τι άλλο, μου φαίνεται πιο λογική. Αν πείτε στον Κύκλο κάτι τέτοιο, δεν θα φανούν διόλου επιεικείς απέναντι σας. Δεν τους νοιάζει αν έχετε τη δυνατότητα της διαβίβασης. Κι εκείνες την έχουν κι, αν παριστάνετε τις τρελές, θα σας διώξουν με τις κλωτσιές και θα βρεθείτε στον δρόμο».

«Τι είναι αυτός ο Κύκλος;» ρώτησε απαιτητικά η Ηλαίην. «Είμαστε Άες Σεντάι. Αν θες, έλα στο Παλάτι Τάρασιν να το επιβεβαιώσεις».

«Θα τη συνετίσω εγώ», είπε η Νυνάβε θρασύτατα, κοιτώντας συνοφρυωμένη και κατσουφιασμένη την Ηλαίην, λες κι ήταν αυτή η τρελή.

Η Κυρά Ανάν απλώς ένευσε. «Ωραία. Τώρα, βγάλτε αυτά τα δαχτυλίδια και κρύψτε τα. Ο Κύκλος δεν επιτρέπει τέτοιου είδους υποκρισίες. Τις καταστέλλει για να δώσει το καλό παράδειγμα. Πάντως, κρίνοντας από το ντύσιμό σας, μάλλον έχετε λεφτά. Αν τα έχετε κλέψει, καλύτερα να μην το μάθει η Ρεάν. Ένας από τους πρώτους κανόνες που πρέπει να μάθετε είναι να μην κλέβετε, ακόμα κι αν πεθαίνετε της πείνας. Δεν θέλουν να τραβήξουν την προσοχή».

Η Ηλαίην έκανε το χέρι της γροθιά και το έβαλε πίσω από την πλάτη της. Παρακολούθησε τη Νυνάβε που κάπως άτολμα έβγαλε το δαχτυλίδι από το δάχτυλο της και το τοποθέτησε στο πουγκί που ήταν περασμένο στη ζώνη της. Ποια, η Νυνάβε που κάθε φορά που η Μέριλιλ ή η Αντελέας ή οποιαδήποτε άλλη ξεχνούσε ότι είναι ολοκληρωμένη αδελφή, έβαζε τις φωνές!

«Έχε μου εμπιστοσύνη, Ηλαίην», είπε η Νυνάβε.

Η Ηλαίην δεν είχε κανένα πρόβλημα να της δείξει εμπιστοσύνη, αν είχε την παραμικρή ιδέα τι σκόπευε να κάνει η άλλη γυναίκα. Ωστόσο, την εμπιστευόταν. Τις περισσότερες φορές, τουλάχιστον. «Δεν είναι παρά μια μικρή θυσία», μουρμούρισε. Οι Άες Σεντάι έκαναν και χωρίς τα δαχτυλίδια τους εν ανάγκη, κάτι που έπρεπε να κάνει κι η ίδια ενόσω θα παρίστανε την αδελφή. Πάντως, το δαχτυλίδι τής ανήκε δικαιωματικά πλέον κι η αφαίρεσή του της προκαλούσε σχεδόν σωματικό πόνο.

«Μίλα στη φίλη σου, παιδί μου», είπε με ανυπομονησία η γυναίκα στη Νυνάβε. «Στη Ρεάν Κόρλυ δεν αρέσουν οι κατσούφες, κι, αν κρίνω ότι χάνω την ώρα μου για το τίποτα... Ελάτε, ελάτε. Ευτυχώς για εσάς, που συμπαθώ τον Άρχοντα Ματ».

Η Ηλαίην παρέμενε ψυχρή, αν και με δυσκολία. Κατσούφες; Κατσούφες; Με την πρώτη ευκαιρία η Νυνάβε θα το πλήρωνε ακριβά!

23

Κοντά σε μια Υφάντρα

Η Νυνάβε ήθελε όντως να μιλήσει στην Ηλαίην χωρίς να τις ακούσει η πανδοχέας, αλλά δεν βρήκε την ευκαιρία να το κάνει άμεσα. Η γυναίκα τις έβγαλε από το δωμάτιο μιμούμενη τη συμπεριφορά ενός φρουρού απέναντι σε κρατουμένους, με την ακλόνητη ανυπομονησία της ανεπηρέαστη από τις καχύποπτες ματιές που έριχνε προς την πόρτα του Ματ. Στο πίσω μέρος του πανδοχείου υπήρχε άλλη μία πέτρινη σκάλα χωρίς κιγκλιδώματα που οδηγούσε σε μια τεράστια ζεστή κουζίνα, γεμάτη από μυρωδιές ψητών και φουρνιστών φαγητών. Εκεί, η πιο στρουμπουλή γυναίκα που είχε δει ποτέ στη ζωή της η Νυνάβε, χρησιμοποιούσε μια μεγάλη ξύλινη κουτάλα σαν σκήπτρο, δίνοντας οδηγίες σε τρεις άλλες να βγάζουν τις ξεροψημένες καφετιές φραντζόλες από τους φούρνους και να τις αντικαθιστούν με κυλίνδρους ασπρουλής ζύμης. Πηχτός άσπρος χυλός, που καταναλωνόταν συνήθως ως πρωινό, κόχλαζε ήσυχα σε ένα μεγάλο δοχείο μέσα σε κάποιον από τους φούρνους με τα λευκά πλακάκια.

«Ένιντ», φώναξε η Κυρά Ανάν στη στρουμπουλή γυναίκα, «θα βγω για λίγο έξω. Αυτά τα δύο κορίτσια πρέπει να πάνε σε κάποιον που να έχει αρκετό χρόνο στη διάθεσή του για να τα νταντέψει».

Σκουπίζοντας τις πελώριες αλευρωμένες παλάμες της πάνω σε μια λευκή πετσέτα, η Ένιντ κοίταξε εξεταστικά και κάπως αποδοκιμαστικά τη Νυνάβε και την Ηλαίην. Καθετί επάνω της ήταν σφαιρικό, το ιδρωμένο πρόσωπο με την ελαιώδη επιδερμίδα, τα σκοτεινά της μάτια, όλα. Έμοιαζε να είναι φτιαγμένη από μεγάλες μπάλες, στριμωγμένες κάτω από ένα φόρεμα. Το γαμήλιο μαχαίρι που φορούσε, κρεμόταν έξω από την κατάλευκη ποδιά της, στραφταλίζοντας από τα δεκάδες πετράδια. «Αυτές είναι οι κλώσες για τις οποίες μιλούσε η Κάιρα, Κυρά; Καλό γούστο έχει ο νεαρός Άρχοντας, θα έλεγα. Του αρέσουν οι ναζιάρες, φαίνεται». Από τον τόνο της φωνής της, έμοιαζε να το διασκεδάζει.

Η ιδιοκτήτρια κούνησε το κεφάλι της ενοχλημένη. «Είπα στην κοπέλα να προσέχει τα λόγια της. Δεν έχω καμιά όρεξη να διαδοθούν διάφορες φήμες για την Περιπλανώμενη Γυναίκα. Υπενθύμισέ το αυτό στην Κάιρα, Ένιντ, κι εν ανάγκη χρησιμοποίησε την κουτάλα σου για να την πείσεις». Το βλέμμα της προς τη Νυνάβε και την Ηλαίην ήταν τόσο υποτιμητικό, που η Νυνάβε ένιωσε σχεδόν να της κόβεται η ανάσα. «Ποιος λογικός άνθρωπος θα πίστευε πως ετούτες οι δύο είναι Άες Σεντάι; Ξόδεψαν όλη τους την περιουσία στα ντυσίματα για να εντυπωσιάσουν έναν άντρα, και τώρα θα πεθάνουν της πείνας, εκτός κι αν του χαρίσουν το χαμόγελο τους. Άκου εκεί Άες Σεντάι!» Προτού η Ένιντ βρει την ευκαιρία να απαντήσει, η πανδοχέας άρπαξε το αυτί της Νυνάβε με το δεξί της χέρι και της Ηλαίην με το αριστερό και με τρεις γοργές δρασκελιές τις οδήγησε έξω, στην αυλή των στάβλων.