Выбрать главу

Το σοκ της Νυνάβε δεν κράτησε πολύ. Ελευθερώθηκε απότομα ή, τουλάχιστον, προσπάθησε, μια και η γυναίκα την άφησε την ίδια στιγμή, και τρίκλισε πέντε ή έξι βήματα προς τα πίσω, αγριοκοιτάζοντάς την αγανακτισμένη. Δεν είχε δώσει τη συγκατάθεσή της να τη σέρνουν κατ' αυτόν τον τρόπο. Η Ηλαίην ανασήκωσε το πηγούνι της, και τα γαλάζια της μάτια ήταν τόσο παγερά, ώστε η Νυνάβε δεν θα εκπλησσόταν αν έβλεπε πάχνη να σχηματίζεται στις μπούκλες της.

Με τα χέρια ακουμπισμένα στους γοφούς, η Κυρά Ανάν δεν φάνηκε να προσέχει το παραμικρό. Ίσως, πάλι, να μην την ένοιαζε. «Ας ελπίσουμε πως κανείς δεν θα πιστέψει την Κάιρα ύστερα από αυτό», είπε ήρεμα. «Αν ήμουν βέβαιη ότι θα έρθετε στα συγκαλά σας κι ότι θα κρατήσετε τα στόματά σας κλειστά, θα φρόντιζα να πω και να κάνω περισσότερα». Φαινόταν ήρεμη, αν κι όχι ιδιαίτερα ευχαριστημένη. Της είχαν χαλάσει το πρωινό. «Λοιπόν, ακολουθήστε με και κοιτάξτε μη χαθείτε. Αλλά, κι αν ακόμη χαθείτε, φροντίστε να μη σας δουν κοντά στο πανδοχείο μου, αλλιώς θα στείλω κάποιον στο παλάτι να το αναφέρει στη Μέριλιλ και στην Τέσλυν. Πρόκειται για αληθινές αδελφές και δεν το έχουν σε τίποτα να σας κάνουν κομματάκια».

Η Ηλαίην κοιτούσε πότε την πανδοχέα και πότε τη Νυνάβε. Δεν τις αγριοκοίταζε, ούτε ήταν σκυθρωπή, ωστόσο το βλέμμα της ήταν γεμάτο νόημα. Η Νυνάβε αναρωτήθηκε κατά πόσον θα τα έβγαζε πέρα. Η σκέψη και μόνο τού Ματ την έπεισε. Ό,τι κι αν συνέβαινε, θα ήταν καλύτερο από το να έχουν παρτίδες μαζί του.

«Δεν πρόκειται να χαθούμε, Κυρά Ανάν», είπε, πασχίζοντας να φανεί υποχωρητική. Σκέφτηκε ότι μάλλον καλά τα κατάφερνε, δεδομένου τού πόσο ξένη τής ήταν αυτή η αίσθηση. «Σε ευχαριστούμε για τη βοήθεια». Χαμογέλασε προς το μέρος της ιδιοκτήτριας, προσπαθώντας να αγνοήσει την Ηλαίην, η ματιά της οποίας έγινε σκληρότερη και πιο μεστή νοήματος. Ανεξαρτήτως του τι υποδήλωναν τα βλέμματά τους, έπρεπε να βεβαιωθεί πως η γυναίκα εξακολουθούσε να θεωρεί ότι η περίπτωσή τους άξιζε τον κόπο. «Σου είμαστε πραγματικά ευγνώμονες, Κυρά Ανάν».

Η Κυρά Ανάν τής έριξε ένα λοξό βλέμμα, ρουθούνισε και κούνησε το κεφάλι της. Η Νυνάβε αποφάσισε πως, όταν τελείωναν όλα, θα έσερνε -εν ανάγκη- την πανδοχέα στο παλάτι και θα ανάγκαζε τις υπόλοιπες αδελφές να την αναγνωρίσουν παρουσία της.

Τόσο νωρίς το πρωί, η αυλή ήταν άδεια, με εξαίρεση ένα μοναχικό αγόρι, δέκα ή δώδεκα χρόνων, που κρατούσε έναν κουβά κι ένα κόσκινο και πιτσίλιζε με νερό το σκληρό, πατημένο χώμα για να το υγράνει και να μη σηκώνει σκόνη. Οι λευκές γύψινες πόρτες του στάβλου ήταν ορθάνοικτες και μπροστά τους υπήρχε μια χειράμαξα με ένα δίκρανο, ειδικό για τις σβουνιές, αφημένο επάνω της. Ήχοι που θύμιζαν βάτραχο που κάποιος τον πάτησε κατά λάθος ξεχύθηκαν προς το μέρος τους. Η Νυνάβε συμπέρανε πως μάλλον κάποιος τραγουδούσε. Άραγε, θα πήγαιναν έφιππες στον προορισμό τους; Ακόμα και μια σχετικά κοντινή απόσταση δεν θα ήταν και τόσο ευχάριστη. Δεν ήταν εύκολο να διασχίσουν την πλατεία και να γυρίσουν πίσω πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά, γιατί δεν είχαν μαζί τους ούτε καπέλα, ούτε παρασόλια, ούτε μανδύες για να προστατέψουν το κεφάλι τους.

Η Κυρά Ανάν, ωστόσο, τις οδήγησε μέσα από την αυλή και σε ένα στενό σοκάκι, ανάμεσα στον στάβλο και σε έναν ψηλό τοίχο, από την κορυφή του οποίου εξείχαν δέντρα κουρελιασμένα από την ξηρασία. Σίγουρα επρόκειτο για τον κήπο κάποιου. Μια μικρή πύλη, στην άλλη άκρη, οδηγούσε σε ένα σκονισμένο σοκάκι, τόσο στενάχωρο που η αυγή δεν το είχε φωτίσει ακόμα.

«Λοιπόν, ακολουθήστε με προσεκτικά», είπε η πανδοχέας, κατηφορίζοντας την μουντή αλέα. «Αν χαθείτε, σας ορκίζομαι πως θα πάω η ίδια στο παλάτι».

Η Νυνάβε έπιασε σθεναρά και με τα δύο χέρια την πλεξούδα της, καθώς ακολουθούσε, μόνο και μόνο για να μην τα τυλίξει γύρω από τον λαιμό της γυναίκας. Πόσο πολύ λαχταρούσε να βγάλει τα πρώτα της γκρίζα μαλλιά. Πρώτα ήταν οι άλλες Άες Σεντάι, ύστερα οι Θαλασσινοί -μα το Φως, ούτε που ήθελε να τους σκέφτεται!- και τώρα μια πανδοχέας! Κανείς δεν σε έπαιρνε στα σοβαρά, εκτός κι αν είχες αρχίσει να γκριζάρεις. Ακόμα και το αγέραστο πρόσωπο μιας Άες Σεντάι δεν ήταν πολύ πειστικό στην περίπτωσή της.

Η Ηλαίην ανασήκωνε τη φούστα της για να μη σκονιστεί, παρ' όλο που τα πασούμια τους σήκωναν αρκετή σκόνη, η οποία κατακαθόταν στο στρίφωμα των φορεμάτων τους. «Για να δούμε», είπε μαλακά η Ηλαίην, κοιτώντας ευθεία μπροστά. Μαλακά αλλά παγερά. Πολύ παγερά. Είχε τον τρόπο να κατακεραυνώνει κάποιον με τα λόγια της δίχως να υψώνει τον τόνο της φωνής της, κάτι που η Νυνάβε θαύμαζε. Συνήθως, δηλαδή. Τώρα, το μόνο που επιθυμούσε ήταν να γρονθοκοπήσει την άλλη γυναίκα. «Θα μπορούσαμε να γυρίσουμε στο παλάτι και να πίνουμε τσάι από βατόμουρα, απολαμβάνοντας την απαλή αύρα και περιμένοντας τον Άρχοντα Κώθον να μαζέψει τα πράγματά του. Ίσως η Αβιέντα με την Μπιργκίτε να βρήκαν κάτι χρήσιμο, έτσι ώστε να ξέρουμε τι θα κάνουμε με αυτόν τον άνθρωπο. Να τον ακολουθήσουμε στους δρόμους του Ράχαντ και να δούμε τι θα συμβεί, να τον πάμε σε παρόμοια οικήματα ή να τον αφήσουμε να διαλέξει; Ίσως μας χρησιμεύσει σε κάμποσα πράγματα σήμερα, όπως για παράδειγμα στο να αποφασίσουμε αν είναι ασφαλές να επιστρέψουμε στην Εγκουέν, ύστερα από τη συμφωνία που μας επέβαλαν οι Θαλασσινοί. Πρέπει, αργά ή γρήγορα, να το συζητήσουμε αυτό, αγνοώντας πως δεν θα μας βοηθήσει σε τίποτα. Αντ' αυτού, εμείς βαδίζουμε μέσα σε τούτη τη ζέστη, ποιος ξέρει για πού, με σκοπό να επισκεφθούμε κάποιες γυναίκες που υποθάλπουν φυγάδες του Πύργου. Προσωπικά, δεν έχω το παραμικρό ενδιαφέρον να συλλάβω φυγάδες σήμερα ή οποιαδήποτε άλλη μέρα. Είμαι σίγουρη, πάντως, πως μπορείς να μου δώσεις μια εξήγηση, ώστε να καταλάβω κι εγώ τι συμβαίνει. Θέλω τόσο πολύ να καταλάβω, Νυνάβε. Δεν μου αρέσει να σκέφτομαι πως πρέπει να σε κλωτσάω σ' όλο τον δρόμο μέχρι το Μολ Χάρα για το τίποτα».