Выбрать главу

Η Νυνάβε συνοφρυώθηκε. Να την κλωτσάει; Φαίνεται πως είχε αρχίσει να γίνεται βίαιη, εξαιτίας της διαρκούς συναναστροφής της με την Αβιέντα. Κάποιος θα έπρεπε να τις συνετίσει. «Ο ήλιος δεν έχει ανέβει πολύ για να κάνει τόση ζέστη», μουρμούρισε. Αυτό, όμως, θα συνέβαινε σύντομα, δυστυχώς. «Σκέψου, Ηλαίην. Πενήντα γυναίκες ικανές να διαβιβάσουν και να παράσχουν βοήθεια στις αδέσποτες και στις γυναίκες που εκδιώχθηκαν από τον Πύργο». Μερικές φορές ένιωθε ενοχές όταν χρησιμοποιούσε τη λέξη «αδέσποτες»· για τις περισσότερες Άες Σεντάι αποτελούσε προσβολή, αλλά η ίδια σκόπευε κάποια μέρα να κάνει αυτήν τη λέξη έμβλημα υπερηφάνειας. «Και τις αποκάλεσε "Κύκλο". Δεν μου ακούγεται σαν μια παρέα. Υποδηλώνει οργάνωση». Το σοκάκι συνεχιζόταν στριφογυριστό, ανάμεσα σε ψηλούς τοίχους και στο πίσω μέρος διαφόρων κτηρίων -σε πολλά από τα οποία ο γύψος είχε αποκολληθεί, αποκαλύπτοντας τα τούβλα- ανάμεσα σε κήπους αρχοντικών και μαγαζιά όπου η πίσω πόρτα ήταν ανοιχτή, αποκαλύπτοντας τους αργυροχόους, τους ράφτες και τους υλοτόμους να δουλεύουν εντατικά. Κάθε λίγο και λιγάκι, η Κυρά Ανάν κοίταζε πάνω από τον ώμο της, για να βεβαιωθεί πως οι δύο γυναίκες την ακολουθούσαν. Η Νυνάβε τής χαμογελούσε και της ένευε, ελπίζοντας πως η συμπεριφορά της θα εκλαμβανόταν ως ενθουσιασμός.

«Νυνάβε, ακόμα κι αν δύο μονάχα γυναίκες με την ικανότητα της διαβίβασης δημιουργούσαν μια μορφή κοινωνίας, ο Πύργος θα έπεφτε να τις κατασπαράξει σαν αγέλη λύκων. Πώς γίνεται, τέλος πάντων, να γνωρίζει η Κυρά Ανάν αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν ή όχι; Οι γυναίκες που μπορούν να διαβιβάσουν χωρίς να είναι Άες Σεντάι δεν το επιδεικνύουν, ξέρεις. Αν μη τι άλλο, όχι για πολύ. Όπως και να έχει, δεν βλέπω καμία διαφορά. Η Εγκουέν μπορεί να θέλει να φέρει στον Πύργο κάθε γυναίκα με την ικανότητα της διαβίβασης, αλλά εμείς δεν βρισκόμαστε εδώ γι' αυτό». Η παγερή υπομονή στη φωνή της Ηλαίην έκανε τη Νυνάβε να πιάσει πιο σφιχτά την πλεξούδα της. Πώς ήταν δυνατόν να είναι τόσο αργόστροφη αυτή η γυναίκα; Γύμνωσε τα δόντια της προς την κατεύθυνση της Κυράς Ανάν, αλλά κατάφερε να μη μουτρώσει όταν η πανδοχέας τής γύρισε την πλάτη και συνέχισε να προχωράει μπροστά.

«Άλλο πενήντα γυναίκες κι άλλο δύο», ψιθύρισε άγρια η Νυνάβε. Μπορούσαν να διαβιβάσουν. Έπρεπε να το κάνουν, γιατί όλα εξαρτώνταν από αυτό. «Δεν είναι λογικό αυτός ο Κύκλος να βρίσκεται στην ίδια πόλη με μια αποθήκη γεμάτη από ανγκριάλ, και διάφορα άλλα παρόμοια, χωρίς να το ξέρει μάλιστα. Αλλά ακόμα κι έτσι...» Δεν κατάφερε να συγκρατήσει την ικανοποίηση που γλύκανε τη φωνή της. «...θα ξετρυπώσουμε το Κύπελλο δίχως τον Άρχοντα Μάτριμ Κώθον. Κι έτσι, μπορούμε να ξεχάσουμε όλες αυτές τις παράλογες υποσχέσεις».

«Δεν επρόκειτο για δωροδοκία, Νυνάβε», είπε η Ηλαίην αφηρημένα. «Εγώ θα κρατήσω τις υποσχέσεις μου, όπως κι εσύ, αν είσαι έντιμη, και ξέρω ότι είσαι». Παράκανε παρέα με την Αβιέντα. Πολύ θα ήθελε να μάθει η Νυνάβε για ποιον λόγο η Ηλαίην σκεφτόταν πως έπρεπε όλες να ακολουθήσουν αυτό το βλακώδες Αελίτικο τζι... όπως κι αν το έλεγαν.

Η Ηλαίην δάγκωσε το κάτω χείλος της και συνοφρυώθηκε. Όλη εκείνη η ψυχρότητα έμοιαζε να έχει χαθεί. Ήταν και πάλι ο εαυτός της. «Δεν θα πηγαίναμε ποτέ σε αυτό το πανδοχείο, αν δεν ήταν εκεί ο Ματ Κώθον», είπε τελικά, «κι έτσι δεν θα συναντούσαμε ποτέ την αξιόλογη Κυρά Ανάν, ούτε θα μας πήγαινε σ' αυτόν τον Κύκλο. Έτσι, αν ο Κύκλος μάς οδηγήσει στο Κύπελλο, θα πρέπει να παραδεχτούμε πως αυτός ο άντρας ήταν η κύρια αιτία».