Ματ Κώθον. Το όνομά του τριβέλιζε το μυαλό της. Η Νυνάβε σκόνταψε κι άφησε την πλεξούδα της για να ανασηκώσει τη φούστα της. Το σοκάκι δεν ήταν ούτε κατά διάνοια τόσο λείο όσο ένα λιθόστρωτο, πόσω μάλλον όσο ένα δάπεδο αρχοντικού. Κάποιες φορές, η βίαιη Ηλαίην ήταν προτιμότερη από την ορθολογίστρια Ηλαίην. «Αξιόλογη», μουρμούρισε. «Θα την «αξιολογώ» εγώ μέχρι να αλληθωρίσει. Κανείς μέχρι τώρα δεν μας έχει φερθεί έτσι, Ηλαίην, ούτε όσοι μας αμφισβήτησαν, ούτε καν οι Θαλασσινοί. Οι περισσότεροι θα έκαναν στην μπάντα, αν ακόμα και μια δεκάχρονη τους έλεγε ότι είναι Άες Σεντάι».
«Οι πιο πολλοί δεν ξέρουν καν πώς μοιάζει το πρόσωπο μιας Άες Σεντάι, Νυνάβε. Πιστεύω πως, έστω και μία φορά, έχει πάει στον Πύργο. Διαφορετικά, γνωρίζει πράγματα που δεν θα μπορούσε υπό άλλες συνθήκες».
Η Νυνάβε ρουθούνισε περιφρονητικά, αγριοκοιτάζοντας τη γυναίκα που περπατούσε μπροστά τους με μεγάλες δρασκελιές. Μπορεί η Σετάλε Ανάν να είχε πάει στον Πύργο δέκα ή εκατό φορές, αλλά στο τέλος θα αναγνώριζε τη Νυνάβε αλ'Μεάρα ως αληθινή Άες Σεντάι. Επιπλέον, θα ζητούσε συγγνώμη και θα μάθαινε από την καλή πώς ήταν να σε σέρνουν από το αυτί! Η Κυρά Ανάν έριξε μια ματιά προς τα πίσω κι η Νυνάβε τής χάρισε ένα άκαμπτο χαμόγελο, νεύοντας λες κι ο λαιμός της ήταν μεντεσές. «Ηλαίην; Αν αυτές οι γυναίκες γνωρίζουν πού βρίσκεται το Κύπελλο... Δεν χρειάζεται να πούμε στον Ματ με ποιον τρόπο το βρήκαμε». Η πρότασή της δεν είχε ακριβώς τη μορφή ερώτησης.
«Δεν βλέπω τον λόγο», αποκρίθηκε η Ηλαίην, κι έπειτα σκόρπισε όλες της τις ελπίδες προσθέτοντας: «Αλλά καλύτερα να ρωτήσω την Αβιέντα πρώτα».
Αν δεν πίστευε πως η Κυρά Ανάν θα τις εγκατέλειπε επί τόπου, η Νυνάβε θα ούρλιαζε.
Το φιδογυριστό σοκάκι κατέληξε σε δρόμο, κι η συζήτηση δεν συνεχίστηκε. Η λεπτή φέτα του ήλιου έλαμπε εκτυφλωτικά πάνω από τις οροφές. Η Ηλαίην σκίασε τα μάτια της με το ένα χέρι, επιδεικτικά, αλλά η Νυνάβε αρνήθηκε να το κάνει. Τα πράγματα δεν ήταν τόσο άσχημα· δεν χρειαζόταν καν να έχει τα μάτια της μισόκλειστα. Ο καθάριος γαλανός ουρανός έμοιαζε να κοροϊδεύει την αίσθηση που είχε για τον καιρό, παρ' όλο που ήταν σίγουρη πως η καταιγίδα ήταν έτοιμη να ξεσπάσει πάνω από την πόλη.
Ακόμη και τόσο νωρίς, στους σπειροειδείς δρόμους κυκλοφορούσαν μερικές απαστράπτουσες λουστραρισμένες άμαξες και κάμποσα -πιο φανταχτερά- ατομικά φορεία με δύο ή τέσσερις ξυπόλητους κουβαλητές, καθένας εκ των οποίων φορούσε ένα γιλέκο με πράσινες και κόκκινες ρίγες· τρίκλιζαν, κουβαλώντας επιβάτες κρυμμένους πίσω από καφασωτά ξύλινα προπετάσματα. Καρότσες κι άμαξες μούγκριζαν πάνω στο λιθόστρωτο κι ο κόσμος άρχισε να γεμίζει τους δρόμους καθώς τα μαγαζιά άνοιγαν κι οι τέντες στήνονταν. Ένστολοι μαθητευόμενοι έσπευδαν να εκτελέσουν θελήματα, κι άντρες που κουβαλούσαν μεγάλα τυλιγμένα χαλιά προσπαθούσαν να τα ισορροπήσουν στους ώμους τους. Ακροβάτες, ζογκλέρ και μουζικάντηδες ετοιμάζονταν σε γωνιές που θα προσήλκυαν κοινό, ενώ οι γυρολόγοι επεδείκνυαν τους δίσκους με τις καρφίτσες, τις κορδέλες ή τα παραγινωμένα φρούτα. Η ανοιχτή ψαραγορά και κρεαταγορά βρισκόταν εδώ και ώρα σε πλήρη δραστηριότητα. Όλοι οι ψαράδες ήταν γυναίκες, όπως κι οι πιο πολλοί κρεοπώλες επίσης, εκτός από αυτούς που πουλούσαν βοδινό.
Παραμερίζοντας τα πλήθη, τις άμαξες, τα ατομικά φορεία και τις καρότσες που δεν έλεγαν να επιβραδύνουν, η Κυρά Ανάν προχωρούσε με απλωτά βήματα για να αποφεύγει τις καθυστερήσεις. Κι υπήρχαν κάμποσες από δαύτες. Φαίνεται πως ήταν αρκετά γνωστή, γιατί τη χαιρετούσαν καταστηματάρχες, μάστορες κι άλλοι ιδιοκτήτες πανδοχείων, που στέκονταν στις εισόδους. Στους καταστηματάρχες και στους μάστορες πετούσε καμιά κουβέντα ή τους χαιρετούσε νεύοντας, αλλά στους πανδοχείς σταματούσε για ένα λεπτό να ανταλλάξουν δυο κουβέντες. Ύστερα από τον πρώτο, η Νυνάβε ευχήθηκε να μην υπάρξει δεύτερος. Ύστερα από τον δεύτερο, εκλιπαρούσε σε ό,τι είχε ιερό και όσιο να μην υπάρξει τρίτος. Ύστερα, όμως, κι από τον τρίτο, απέμεινε να κοιτάει ευθεία μπροστά, προσπαθώντας μάταια να μην ακούει. Το πρόσωπο της Ηλαίην φάνταζε όλο και πιο σφικτό, όλο και πιο ψυχρό. Ανασήκωσε κι άλλο το πηγούνι της, μέχρι που ήταν απορίας άξιον πώς έβλεπε για να περπατάει.
Η Νυνάβε έπρεπε να παραδεχτεί, αν κι απρόθυμα, πως υπήρχε συγκεκριμένος λόγος. Στο Έμπου Νταρ, όποιος φορούσε μεταξωτά ρούχα μπορούσε να διασχίσει όλη την έκταση μιας πλατείας, αλλά όχι παραπέρα. Όλοι οι υπόλοιποι φορούσαν μάλλινα ή λινά, που σπάνια συνοδεύονταν από κεντήματα, πλην κάποιου περιστασιακού ζητιάνου που είχε εξασφαλίσει κανένα πεταμένο μεταξωτό, ξεφτισμένο στις άκρες και γεμάτο τρύπες. Ευχόταν να τους είχε δώσει καμιά άλλη εξήγηση η Κυρά Ανάν, όσον αφορά στο γιατί τις οδηγούσε και τις δύο μέσα από τους δρόμους. Μακάρι να μην αναγκαζόταν να ξανακούσει την ιστορία δύο επιπόλαιων κοριτσιών που είχαν ξοδέψει όλα τους τα χρήματα σε όμορφα φορέματα απλώς για να εντυπωσιάσουν έναν άντρα. Ο Ματ την είχε γλιτώσει πάλι, που να καιγόταν. Ήταν ένας όμορφος, ελαφρώς κατεργάρης νεαρός κι επιδέξιος χορευτής, αλλά η Κυρά Ανάν ήταν ήδη παντρεμένη. Όλες οι γυναίκες είχαν γελάσει. Όχι, όμως, η ίδια κι η Ηλαίην. Όχι αυτές οι μικρές άμυαλες με τα μελένια φιλιά· ήταν τα λόγια της Κυράς Ανάν, κι η Νυνάβε μπορούσε να υποθέσει τι σήμαιναν. Έδιναν μελένια φιλιά, αλλά δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, επειδή κυνηγούσαν έναν άντρα, με τα πουγκιά τους γεμάτα μπρούντζο και τσίγκο, ικανές να εξαπατήσουν τους ηλίθιους και τους βλαμμένους. Αργά ή γρήγορα, θα το έριχναν στη ζητιανιά και στις μικροκλοπές, αν δεν υπήρχε η Κυρά Ανάν με τις γνωριμίες της, που ίσως τους έβρισκαν καμιά δουλειά στην κουζίνα.