«Είναι ανάγκη να σταματάει σε κάθε πανδοχείο που βλέπουμε;» γρύλισε η Νυνάβε, καθώς απομακρυνόταν αγέρωχα από την Παρατημένη Χήνα, ένα οίκημα με τρεις ευρύχωρους ορόφους, η ιδιοκτήτρια του οποίου φορούσε τεράστιους γρανάτες στα αυτιά της, παρά την ταπεινή ονομασία του πανδοχείου. Η Κυρά Ανάν ούτε καν κοιτούσε πίσω της πια για να δει αν την ακολουθούν. «Καταλαβαίνεις, φαντάζομαι, πως ποτέ δεν θα έχουμε τα μούτρα να έρθουμε σε κάποιο από αυτά τα μέρη!»
«Υποψιάζομαι πως έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα». Κάθε λέξη που ξεστόμιζε η Ηλαίην ήταν γεμάτη ψυχρότητα. «Νυνάβε, αν ο θησαυρός που ψάχνουμε είναι άνθρακες ...» Δεν χρειάστηκε να ολοκληρώσει την απειλή της. Με την Μπιργκίτε και την Αβιέντα έτοιμες να βοηθήσουν, πράγμα σίγουρο, η Ηλαίην θα της έκανε τη ζωή μίζερη μέχρι να νιώσει ικανοποιημένη.
«Θα μας πάνε κατευθείαν στο Κύπελλο», επέμεινε, τινάζοντας τα χέρια της για να διώξει έναν ζητιάνο με μια τρομερή πορφυρή ουλή, που του είχε εξαφανίσει το ένα μάτι. Μπορούσε να αναγνωρίσει το αλευρωμένο ζυμάρι, βαμμένο με χρωστικές διάφορων βοτάνων, όταν το έβλεπε. «Το ξέρω». Η Ηλαίην ρουθούνισε με έναν χαρακτηριστικό και μάλλον προσβλητικό τρόπο.
Διέσχισαν τόσες γέφυρες, μικρές και μεγάλες, που η Νυνάβε έχασε το μέτρημα. Από κάτω, υπήρχαν αραγμένες φορτηγίδες, ενώ ο ήλιος σκαρφάλωνε πάνω από τις οροφές. Η Κυρά Ανάν δεν ακολουθούσε ακριβώς ευθεία πορεία -η αλήθεια ήταν πως όλο και ξεστράτευε για να βρει κανένα πανδοχείο— αλλά σε γενικές γραμμές βάδιζαν ανατολικά. Η Νυνάβε πίστευε πως σύντομα θα έβγαιναν στο ποτάμι, όταν η καστανομάτα γυναίκα στράφηκε ξαφνικά προς το μέρος τους.
«Προσέχετε τα λόγια σας τώρα. Να μιλάτε μόνο όταν σας απευθύνουν τον λόγο. Με φέρνετε σε δύσκολη θέση και...» Συνοφρυώθηκε και κάτι μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της, σχετικά με το ότι πιθανόν να έκανε λάθος. Έπειτα, έκανε νόημα με το κεφάλι να την ακολουθήσουν προς ένα σπίτι με επίπεδη οροφή που βρισκόταν στην αντίθετη μεριά.
Δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο· είχε δύο ορόφους χωρίς μπαλκόνια, ενώ ραγισμένος γύψος και τούβλα εμφανίζονταν τόπους-τόπους. Δεν βρισκόταν καν σε περίοπτο μέρος· από τη μια μεριά, υπήρχε ο κροταλιστός ήχος του αργαλειού μιας υφάντρας, κι από την άλλη, η καυστική μυρωδιά από το μαγαζί ενός βυρσοδέψη. Χτύπησαν την πόρτα και τους άνοιξε μια υπηρέτρια, μια γυναίκα με γκριζωπά μαλλιά, γωνιώδες σαγόνι, ώμους σαν του σιδερά κι ατσάλινη ματιά που δεν αμβλυνόταν διόλου από τον ιδρώτα του προσώπου της. Καθώς η Νυνάβε ακολουθούσε την Κυρά Ανάν στο εσωτερικό, τους χαμογέλασε. Κάπου μέσα στο σπίτι, μια γυναίκα διαβίβαζε.
Η υπηρέτρια με το γωνιώδες σαγόνι προφανώς γνώριζε την Κυρά Ανάν, αλλά η αντίδραση της ήταν περίεργη. Υποκλίθηκε με γνήσιο σεβασμό, ωστόσο ήταν σαφές πως είχε εκπλαγεί που την έβλεπε. Έμοιαζε αμήχανη για την παρουσία της πανδοχέως εκεί και φαινόταν κάπως ταραγμένη πριν τους επιτρέψει να περάσουν μέσα. Η Νυνάβε κι η Ηλαίην, πάντως, δεν έτυχαν αμφίθυμης υποδοχής. Τις οδήγησε σε ένα καθιστικό, στον επάνω όροφο, και τους είπε με σταθερή φωνή: «Μην κουνηθείτε, μην αγγίξετε τίποτα, αλλιώς την έχετε άσχημα». Κατόπιν, εξαφανίστηκε.
Η Νυνάβε κοίταξε την Ηλαίην.
«Νυνάβε, μια γυναίκα που διαβιβάζει δεν σημαίνει πως...» Η αίσθηση άλλαξε. Για μια στιγμή ήταν διογκωμένη και την επόμενη καθίζανε, περισσότερο από πριν. «Ακόμα και δυο γυναίκες δεν σημαίνουν τίποτα», διαμαρτυρήθηκε η Ηλαίην, αν και στη φωνή της διακρινόταν ένας τόνος αμφιβολίας. «Αυτή ήταν η πιο ανάγωγη υπηρέτρια που έχω δει ποτέ μου». Πήρε μια κόκκινη καρέκλα με ψηλή πλάτη κι, ένα λεπτό αργότερα, η Νυνάβε κούρνιασε στην άκρη του μπράτσου. Από προθυμία, όχι από νευρικότητα. Καθόλου από νευρικότητα.