Выбрать главу

Το δωμάτιο δεν ήταν μεγαλοπρεπές, αλλά οι κυανόλευκες πλάκες γυάλιζαν κι οι τοίχοι στην απόχρωση του ανοιχτού πράσινου έμοιαζαν φρεσκοβαμμένοι. Δεν υπήρχε ίχνος επίχρυσης επιφάνειας, φυσικά, ωστόσο έντεχνα σκαλίσματα κάλυπταν τα κόκκινα καθίσματα που ήταν αραδιασμένα κατά μήκος των τοίχων, ενώ υπήρχαν και κάμποσα μικρά τραπεζάκια σε χρώμα πιο σκούρο από αυτό στις πλάκες. Οι αναρτημένοι στα κηροπήγια φανοί ήταν από ατόφιο μπρούντζο, εκθαμβωτικά γυαλισμένοι. Κλωνάρια αειθαλών φυτών, τοποθετημένα με φροντίδα, στόλιζαν την πεντακάθαρη εστία, ενώ το πρέκι πάνω από το τζάκι ήταν σμιλεμένο, όχι απλή λιθοδομή. Το έργο φάνταζε κάπως αλλόκοτη διακοσμητική επιλογή, αφού απεικόνιζε αυτό που οι Εμπουνταρινοί αποκαλούσαν τα Δεκατρία Αμαρτήματα. Ένας άντρας με μάτια τόσο μεγάλα που κάλυπταν σχεδόν όλο το πρόσωπό του συμβόλιζε τον Φθόνο, ένας τύπος που η γλώσσα του κρεμόταν μέχρι τους αστραγάλους του για το Κουτσομπολιό, ένας άλλος άντρας με απειλητικά κοφτερά δόντια που κρατούσε σφικτά μερικά νομίσματα στο στήθος του για την Απληστία, και ούτω καθ’ εξής. Σε γενικές γραμμές, όμως, της άρεσε. Κάποιος με την οικονομική δυνατότητα να συντηρεί ένα τέτοιο δωμάτιο, σίγουρα θα μπορούσε να ανακαινίσει και την εξωτερική επιφάνεια του σπιτιού. Ο μόνος λόγος για να μην το κάνει ήταν για να διατηρήσει χαμηλό προφίλ και να μην τραβάει την προσοχή.

Η υπηρέτρια είχε αφήσει την πόρτα ανοικτή και, ξαφνικά, φωνές από τον διάδρομο έφτασαν στο εσωτερικό του δωματίου.

«Δεν μπορώ να πιστέψω πως τις έφερες εδώ». Ο τόνος της γυναίκας που μιλούσε ήταν γεμάτος δυσπιστία και θυμό. «Ξέρεις πόσο προσεκτικές είμαστε, Σετάλε. Ξέρεις πολύ περισσότερα απ' όσα θα έπρεπε, οπότε δεν δικαιολογείται να μην το γνωρίζεις αυτό».

«Λυπάμαι πολύ, Ρεάνε», απάντησε άκαμπτα η Κυρά Ανάν. «Υποθέτω πως δεν μου πέρασε από το μυαλό... Υπέκυψα τόσο στο να εγγυηθώ για τη συμπεριφορά αυτών των κοριτσιών, όσο και στο να δεχτώ τη δική σου κρίση».

«Όχι, βέβαια!» Στη φωνή της Ρεάνε ήταν έκδηλη η κατάπληξη. «Δηλαδή... δεν έπρεπε να το κάνεις, αλλά... Σου ζητάω συγγνώμη, Σετάλε, που ύψωσα τη φωνή μου. Πες πως με συγχωρείς».

«Δεν χρειάζεται να μου ζητάς συγγνώμη, Ρεάνε». Η πανδοχέας κατάφερε να ακούγεται αξιολύπητη και αποτρεπτική ταυτόχρονα. «Ήταν λάθος μου, που τις έφερα εδώ».

«Όχι, όχι, Σετάλε. Δεν έπρεπε να σου μιλήσω έτσι. Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με. Σε παρακαλώ».

Η Κυρά Ανάν και η Ρεάνε Κόρλυ μπήκαν στο καθιστικό και η Νυνάβε ανοιγόκλεισε τα μάτια της από έκπληξη. Από τον διάλογο που είχε ακούσει, θα περίμενε κάποια νεότερη της Σετάλε Ανάν, αλλά τα μαλλιά της Ρεάνε ήταν εντελώς γκρίζα και το πρόσωπό της γεμάτο από ρυτίδες, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν προέλθει από χαμόγελα, αν και τώρα ήταν μάλλον αποτέλεσμα ανησυχίας. Για ποιον λόγο, άραγε, η γηραιότερη γυναίκα ένιωθε τόσο ταπεινά απέναντι στη νεότερη, και για ποιον λόγο η νεότερη επέτρεπε κάτι τέτοιο, έστω και με μισή καρδιά; Το Φως μόνο ήξερε πόσο διαφορετικά ήταν τα έθιμα εδώ. Μερικά, μάλιστα, έμοιαζαν τελείως ξένα, ωστόσο τα περισσότερα δεν είχαν τρομακτικές διαφορές. Βέβαια, η ίδια ποτέ της δεν είχε νιώσει τόσο ταπεινή απέναντι στον Κύκλο των Γυναικών της πατρίδας της, εδώ όμως...

Ανεπίσημα, η Ρεάνε διέθετε την ικανότητα της διαβίβασης -το περίμενε ή, μάλλον, το ήλπιζε. Αλλά η Νυνάβε δεν περίμενε την ισχύ. Η Ρεάνε δεν ήταν εξίσου ισχυρή με την Ηλαίην, ούτε καν με τη Νίκολα —που να το έπαιρνε και να το σήκωνε αυτό το αχρείο κορίτσι!- αλλά ήταν σχεδόν ισοδύναμη με τη Σέριαμ, την Κουαμέσα ή την Κιρούνα. Λίγες γυναίκες κατείχαν τέτοια δύναμη και, μολονότι η ίδια ξεπερνούσε τον μέσο όρο, δεν περίμενε να συναντήσει κάτι αντίστοιχο εδώ. Η γυναίκα μάλλον ανήκε στις αδέσποτες. Ο Πύργος σίγουρα θα έβρισκε τρόπο να κρατήσει μια τέτοια γυναίκα, ακόμα κι αν χρειαζόταν να την έχουν ντυμένη με την ενδυμασία της μαθητευόμενης για μια ολόκληρη ζωή.

Η Νυνάβε σηκώθηκε καθώς οι δύο γυναίκες πέρασαν την είσοδο, σιάζοντας τη φούστα της. Όχι, δεν το έκανε από νευρικότητα. Αχ, πόσο ήθελε να εξελιχθούν καλά τα πράγματα...

Η κοφτερή γαλανή ματιά της Ρεάνε έπεσε πάνω και στις δυο τους, με τον αέρα κάποιας που είχε μόλις ανακαλύψει δύο γουρούνια στην κουζίνα της, νιόφερτα από το χοιροστάσιο και στάζοντας ακόμα λάσπες. Σκούπισε το πρόσωπό της με ένα μικρό μαντίλι, παρ' ότι το εσωτερικό του σπιτιού ήταν πιο κρύο από το εξωτερικό. «Υποθέτω πως κάτι θα πρέπει να κάνουμε με δαύτες», μουρμούρισε, «αν όντως είναι αυτό που ισχυρίζονται». Η φωνή της διατηρούσε υψηλό τόνο, ήταν μουσική και σχεδόν νεανική. Όταν τελείωσε όσα είχε να πει, αναπήδησε ελαφρά για κάποιον λόγο και κοίταξε πλάγια την πανδοχέα, κάτι που λειτούργησε ως έναυσμα για άλλον έναν γύρο απρόθυμων απολογιών εκ μέρους της Κυράς Ανάν και εκνευριστικών προσπαθειών εκ μέρους της Κυράς Κόρλυ να τις αποκρούσει. Στο Έμπου Νταρ, όταν οι άνθρωποι ήθελαν να φερθούν πραγματικά ευγενικά, οι συγγνώμες έδιναν κι έπαιρναν για περισσότερο από μία ώρα.