«Φαίνεται πως μια από τις πιο τρελές σου φαντασιώσεις αποδείχτηκε πως δεν ήταν και τόσο τρελή, τελικά», είπε ο Νάιαλ, και την επόμενη στιγμή αισθάνθηκε το μαχαίρι να βυθίζεται στα πλευρά του.
Το σοκ που τον παρέλυσε έδωσε στον Ομέρνα την ευκαιρία να ελευθερώσει τη λάμα και να τη βυθίσει ξανά. Κι άλλοι Άρχοντες Στρατάρχες και Διοικητές είχαν πεθάνει κατά τον ίδιο τρόπο πριν από αυτόν, αλλά το μυαλό του δεν πήγε ποτέ στον Ομέρνα. Προσπάθησε να παλέψει με το φονιά του, αλλά οι δυνάμεις τους τον είχαν εγκαταλείψει. Στηρίχθηκε πάνω στο κορμί του άλλου άντρα κι οι ματιές τους βρέθηκαν στο ίδιο επίπεδο.
Το πρόσωπο του Ομέρνα ήταν κοκκινωπό κι έμοιαζε έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Έπρεπε να γίνει. Έπρεπε. Άφησες τις μάγισσες ανεμπόδιστες στο Σαλιντάρ και...» Λες κι αντιλήφθηκε ξαφνικά πως είχε τυλίξει τα χέρια του γύρω από τον άντρα που δολοφονούσε, ο Ομέρνα έσπρωξε τον Νάιαλ μακριά.
Ούτε τα πόδια ούτε τα χέρια του Νάιαλ είχαν πια δύναμη κι έπεσε βαριά πάνω στο τραπέζι του παιχνιδιού, αναποδογυρίζοντάς το. Ασπρόμαυρες πέτρες σκορπίστηκαν στο λουστραρισμένο ξύλινο πάτωμα γύρω του, ενώ η ασημιά κανάτα αναπήδησε χύνοντας τριγύρω κρασί. Αυτή η ψυχράδα που ένιωθε στα κόκαλά του διυλίστηκε και στο υπόλοιπο κορμί του.
Δεν ήταν σίγουρος αν ο χρόνος είχε επιβραδυνθεί σε σχέση με τη δική του αντίληψη ή αν όλα γύρω του συνέβαιναν υπερβολικά γρήγορα. Γδούποι από βαριά βήματα ακούστηκαν κι ο Νάιαλ, σηκώνοντας το κεφάλι του κουρασμένα, είδε τον Ομέρνα με ανοικτό το στόμα και με γουρλωμένα μάτια να υποχωρεί μπροστά στον Ήμον Βάλντα. Δίνοντας εξίσου με τον Ομέρνα την εικόνα ενός Ταξιάρχη, ο Βάλντα, με τον λευκόχρυσο χιτώνα και το άσπρο μεσοφόρι, δεν ήταν τόσο ψηλός και δεν έμοιαζε τόσο επιβλητικός, αλλά το πρόσωπό του φάνταζε σκληρό όπως πάντα και στο χέρι του κρατούσε ένα σπαθί, μια λάμα με το σύμβολο του ερωδιού, που τόσο πολύ εκτιμούσε.
«Προδοσία!» βροντοφώναξε ο Βάλντα και κάρφωσε το σπαθί στο στήθος του Ομέρνα.
Ο Νάιαλ θα γελούσε αν μπορούσε. Η ανάσα του έβγαινε δύσκολη και την άκουγε να χοχλάζει καθώς ανακατευόταν με το αίμα στον λαιμό του. Ποτέ του δεν συμπάθησε τον Βάλντα -η αλήθεια είναι πως ανέκαθεν τον σιχαινόταν- αλλά η πράξη του θα έπρεπε να γνωστοποιηθεί. Το βλέμμα του πετάχτηκε στο χαρτί από το Τάντσικο που κειτόταν λίγο πιο πέρα από το χέρι του. Στο σημείο που βρισκόταν ήταν εύκολο να χαθεί, όχι όμως αν έβρισκαν το κουφάρι του να το κρατάει σφιχτά. Ειδικά αυτό το μήνυμα έπρεπε να διαβαστεί από κάποιον. Το χέρι του σύρθηκε αργά πάνω στο πάτωμα, αγγίζοντας ελάχιστα το χαρτί αλλά σπρώχνοντάς το κάπως μακρύτερα στην προσπάθεια να το πιάσει γερά. Η όρασή του θόλωνε και ζόρισε τον εαυτό του να μπορέσει να δει. Έπρεπε... Μια πυκνή ομίχλη έμοιαζε να τον καταπίνει. Ένα κομμάτι του εαυτού του πάσχισε να αποτινάξει αυτή τη σκέψη. Δεν υπήρχε καμιά ομίχλη. Κι όμως, η ομίχλη πύκνωνε κι εκεί έξω καραδοκούσε ένας εχθρός αόρατος, κρυμμένος, εξίσου επικίνδυνος με τον αλ'Θόρ, ή και περισσότερο ακόμα. Το μήνυμα. Τι πράγμα; Ποιο μήνυμα; Είχε έρθει η ώρα να ιππεύσει και να τραβήξει το ξίφος του, η ώρα για την ύστατη επίθεση. Στο όνομα του Φωτός, αυτό θα έκανε άσχετα αν θα ζούσε ή θα πέθαινε! Ένα γρύλισμα πάσχισε να βγει από τον λαιμό του.
Ο Βάλντα σκούπισε τη λάμα του στον χιτώνα του Ομέρνα, αλλά ξαφνικά αντιλήφθηκε πως ο γερόλυκος ανέπνεε ακόμα με έναν βραχνό, κοχλαστό ήχο. Κάνοντας μια γκριμάτσα έσκυψε για να δώσει ένα τέλος, αλλά ένα οστεώδες χέρι με μακρόστενα δάχτυλα του έπιασε το μπράτσο.
«Τώρα, θα γίνεις εσύ Άρχοντας Στρατάρχης και Διοικητής, γιε μου;» Το ισχνό πρόσωπο του Ασουνάγουα έμοιαζε με μάρτυρα, τα σκοτεινά του μάτια, ωστόσο, έκαιγαν με μια τέτοια ζέση που τρόμαζαν ακόμα και κάποιον που δεν τον γνώριζε. «Κάλλιστα μπορείς να γίνεις από τη στιγμή που θα πιστοποιήσω πως σκότωσες τον φονιά του Πέντρον Νάιαλ. Δεν θα τα καταφέρεις, όμως, αν πω ότι του έκοψες και τον λαιμό, επίσης».
Γυμνώνοντας τα δόντια του σε μια έκφραση που θα μπορούσε να εκληφθεί και σαν χαμόγελο, ο Βάλντα ορθώθηκε. Ήταν γνωστό το πάθος του Ασουνάγουα για την αλήθεια, ένα πάθος παράξενο. Ακόμα κι αν τον έδενες πισθάγκωνα, τον κρέμαγες και τον έγδερνες ενώ αυτός ούρλιαζε, απ' όσο ήξερε ο Βάλντα, δεν υπήρχε περίπτωση να πει ψέματα. Μια ματιά στο γυάλινο βλέμμα του Νάιαλ και στην αιμάτινη λίμνη που απλωνόταν κάτω από το κορμί του ήταν αρκετή για να μείνει ικανοποιημένος ο Βάλντα. Ο γέρος πέθαινε.