Выбрать главу

Η Ηλαίην είχε επίσης σηκωθεί, με ένα σταθερό χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό της. Ανασήκωσε το ένα της φρύδι προς το μέρος της Νυνάβε, ακούμπησε τον αγκώνα της στο ένα της χέρι κι έφερε ένα δάχτυλο πάνω στο μάγουλό της.

Η Νυνάβε καθάρισε τον λαιμό της. «Κυρά Κόρλυ, ονομάζομαι Νυνάβε αλ'Μεάρα κι αυτή είναι η Ηλαίην Τράκαντ. Ψάχνουμε...»

«Η Σετάλε με κατατόπισε σχετικά», την έκοψε η γαλανομάτα γυναίκα με απειλητικό τόνο. Παρά τα γκρίζα της μαλλιά, η Νυνάβε υπέθεσε πως ήταν σκληρή σαν πέτρινος φράχτης. «Οπλίσου με υπομονή, κορίτσι μου, και θα ασχοληθώ αμέσως μαζί σας». Στράφηκε ξανά στη Σετάλε, καλύπτοντας τα μάγουλά της με το μαντίλι. Μια ελαφρά καταπιεσμένη μετριοφροσύνη υπήρχε στη χροιά της φωνής της. «Με συγχωρείς, Σετάλε, αλλά πρέπει να κάνω κάποιες ερωτήσεις στις κοπέλες και...»

«Για κοίτα ποια επέστρεψε ύστερα από τόσα χρόνια», ακούστηκε η τραχιά φωνή μιας κοντόχοντρης μεσήλικης γυναίκας, καθώς εισέβαλε στο δωμάτιο νεύοντας στη σύντροφό της. Παρά το κοκκινωπό Εμπουνταρινό φόρεμα με το ζωνάρι και το μαυριδερό πρόσωπο, που έλαμπε από τον ιδρώτα, η προφορά της ήταν ατόφια Καιρχινή. Η εξίσου ιδρωμένη σύντροφός της με τα σκουρόχρωμα κι απέριττα μάλλινα ρούχα των εμπόρων, ήταν κατά ένα κεφάλι ψηλότερή της και περίπου στην ηλικία της Νυνάβε, με σκοτεινά κυρτά μάτια, ιδιαίτερα γαμψή μύτη και πλατύ στόμα. «Είναι η Γκαρένια! Μα...» Η ροή των λέξεων διακόπηκε απότομα καθώς η κοντόχοντρη γυναίκα, κάπως μπερδεμένη, αντιλήφθηκε πως υπήρχαν κι άλλοι παρόντες.

Η Ρεάνε ακούμπησε τις παλάμες της μεταξύ τους, λες και προσευχόταν ή λες κι ήθελε να χτυπήσει κάποιον. «Μπέρογουιν», είπε με δριμύτητα, «μια μέρα θα ανοίξει η γη να σε καταπιεί πριν προλάβεις να καταλάβεις κάτι».

«Με συγχωρείς...» Η Καιρχινή χαμήλωσε το βλέμμα της, αναψοκοκκινισμένη. Η γυναίκα από τη Σαλδαία αφοσιώθηκε στο να ψηλαφίζει σπασμωδικά έναν κρίκο με πορφυρά πετράδια που ήταν καρφιτσωμένος πάνω στο στήθος της.

Η Νυνάβε έριξε ένα θριαμβευτικό βλέμμα στην Ηλαίην. Κι οι δύο νεοφερμένες είχαν την ικανότητα της διαβίβασης, και το σαϊντάρ εξακολουθούσε να ασκεί επιρροή κάπου μέσα σε αυτό το σπίτι. Ακόμα δύο, λοιπόν, και, παρ' όλο που η Μπέρογουιν δεν ήταν πολύ δυνατή, η Γκαρένια ξεπερνούσε ακόμα και τη Ρεάνε. Ήταν εφάμιλλη της Λελαίν, ίσως και της Ρομάντα. Όχι, βέβαια, ότι είχε πολλή σημασία, ωστόσο με αυτές εδώ γίνονταν τουλάχιστον πέντε. Η έκφραση της Ηλαίην έμοιαζε αποφασιστική, αλλά ύστερα από λίγο αναστέναξε κι έκανε ένα μικρό νεύμα. Μερικές φορές, χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να πειστεί για κάτι.

«Γκαρένια σε λένε;» είπε η Κυρά Ανάν μαλακά, κοιτώντας συνοφρυωμένη τη νεοφερμένη. «Μοιάζεις πολύ με κάποια που συνάντησα κάποτε. Τη Ζάρυα Αλκέζε».

Τα κυρτά σκοτεινά μάτια βλεφάρισαν έκπληκτα. Τραβώντας ένα δαντελωτό και περιποιημένο μαντίλι από το μανίκι της, η έμπορος από τη Σαλδαία άγγιξε τα μάγουλά της. «Αυτό το όνομα ανήκει στην αδελφή της γιαγιάς μου», είπε έπειτα από ένα λεπτό. «Μου είπαν πως τη συμπαθούσα πολύ. Ήταν καλά στην υγεία της όταν την είδες; Ξέχασε εντελώς την οικογένειά της όταν πήγε να γίνει Άες Σεντάι».

«Η αδελφή της γιαγιάς σου!» Η πανδοχέας γέλασε μαλακά. «Φυσικά. Καλά ήταν όταν την είδα, αλλά πέρασε καιρός από τότε. Ήμουν νεότερη απ' όσο εσύ τώρα».

Η Ρεάνε ήταν στο πλευρό της όλη την ώρα, κρατώντας την από τον αγκώνα, και τώρα παρενέβη στην κουβέντα. «Σετάλε, λυπάμαι πολύ, αλλά πρέπει να μας αφήσεις. Να με συγχωρείς που δεν σε ξεπροβοδίζω».

Η Κυρά Ανάν ζήτησε κι αυτή συγγνώμη, σαν να είχε σαστίσει επειδή η άλλη γυναίκα δεν θα τη συνόδευε στην πόρτα· αναχώρησε, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά, γεμάτη αμφιβολία, προς το μέρος της Νυνάβε και της Ηλαίην.

«Σετάλε!» αναφώνησε η Γκαρένια μόλις έφυγε η πανδοχέας. «Αυτή ήταν η Σετάλε Ανάν; Πώς μπόρεσε να... μα το Φως στα Ουράνια! Ακόμα κι ύστερα από εβδομήντα χρόνια, ο Πύργος θα μπορούσε να...»

«Γκαρένια», είπε η Κυρά Κόρλυ με αυστηρό τόνο. Η ματιά που της έριξε ήταν ακόμα πιο αυστηρή και το πρόσωπο της γυναίκας από τη Σαλδαία αναψοκοκκίνισε. «Με εσάς τις δύο, γινόμαστε τρεις που θα απαγγείλουν τις ερωτήσεις. Εσείς, κορίτσια, μείνετε εκεί που είστε και μη βγάλετε άχνα». Αυτό το τελευταίο απευθυνόταν στη Νυνάβε και την Ηλαίην. Οι υπόλοιπες γυναίκες αποσύρθηκαν σε μια γωνία, μαζεύτηκαν κι άρχισαν να συζητούν χαμηλόφωνα και μουρμουριστά.