Υποσυνείδητα σχεδόν, αισθάνθηκε κάποιον να αγκαλιάζει την Αληθινή Πηγή, και ξαφνικά το αντιλήφθηκε πλήρως. Το στόμα της άνοιξε, καθώς μια ροή Αέρα παγίδεψε την πλεξούδα της στη βάση του κρανίου της και τη μετακίνησε στο δωμάτιο στις μύτες των ποδιών της. Η Ηλαίην έτρεξε δίπλα της, αναψοκοκκινισμένη από οργή. Το χειρότερο ήταν πως κι οι δυο τους είχαν θωρακιστεί.
Η σύντομη πορεία τους πήρε τέλος, μόλις βρέθηκαν μπροστά στην Κυρά Κόρλυ και στις άλλες δύο. Οι τρεις ήταν καθισμένες σε πορφυρά καθίσματα που ακουμπούσαν στον τοίχο και περικυκλωμένες από τη λάμψη του σαϊντάρ.
«Σας είπα να κάνετε ησυχία», είπε η Ρεάνε αυστηρά. «Αν αποφασίσουμε να σας βοηθήσουμε, θα πρέπει να ξέρετε πως θα απαιτήσουμε απαρέγκλιτη υπακοή που δεν θα διαφέρει και πολύ από αυτήν του Λευκού Πύργου». Χρωμάτισε αυτές τις τελευταίες λέξεις με έναν ευλαβικό τόνο. «Θα σας φερόμασταν πιο ευγενικά, αν δεν είχατε έρθει εδώ κατ' αυτόν τον περίεργο τρόπο». Η ροή που είχε αρπάξει την πλεξούδα της Νυνάβε χάθηκε, κι η Ηλαίην τίναξε το κεφάλι της θυμωμένα καθώς ελευθερωνόταν.
Η έκπληξη κι ο τρόμος μεταβλήθηκαν σε έξαλλη οργή μόλις η Νυνάβε αντιλήφθηκε πως η Μπέρογουιν διατηρούσε ακόμα τη θωράκιση της. Οι περισσότερες Άες Σεντάι που είχε συναντήσει ήταν ανώτερες από την Μπέρογουιν, όλες σχεδόν. Προσπάθησε να αυτοσυγκεντρωθεί και προσπάθησε να φτάσει στην Πηγή, περιμένοντας να διαλυθούν οι υφάνσεις. Αν μη τι άλλο, θα έδειχνε σε ετούτες εδώ τις γυναίκες πως δεν... Οι υφάνσεις... απλώθηκαν. Η στρουμπουλή Καιρχινή χαμογέλασε και το πρόσωπο της Νυνάβε σκοτείνιασε. Η θωράκιση εκτεινόταν ολοένα και περισσότερο και διογκώθηκε σαν μπάλα. Δεν θα έσπαγε. Ήταν αδύνατον. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να την εμποδίσει να φτάσει στην Πηγή, αν την έπιανε εξ απήνης βέβαια· ακόμα κι ένας αδύναμος θα μπορούσε να συγκρατήσει τη θωράκιση από την ύφανσή της κιόλας, αλλά όχι ένας τόσο αδύναμος. Μια θωράκιση δεν λυγίζει τόσο πολύ χωρίς να σπάσει. Είναι αδύνατον!
«Θα σου σπάσει καμιά αρτηρία, αν συνεχίσεις έτσι», είπε η Μπέρογουιν, σχεδόν φιλικά. «Δεν πασχίζουμε να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας, αλλά η ικανότητα αμβλύνεται με τον χρόνο κι εγώ ανέκαθεν είχα το Ταλέντο. Θα μπορούσα να συγκρατήσω ακόμα κι έναν Αποδιωγμένο».
Η Νυνάβε σκυθρώπιασε και τα παράτησε. Έπρεπε να περιμένει, μια και δεν θα της παρουσιάζονταν άλλες ευκαιρίες.
Η Ντέρις έφερε τον δίσκο κι άρχισε να μοιράζει τις κούπες με το μαύρο τσάι στις τρεις καθισμένες γυναίκες. Δεν έριξε ούτε ματιά στη Νυνάβε και την Ηλαίην, παρά μόνο έκανε μια άψογη υπόκλιση κι επέστρεψε στο τραπέζι της.
«Θα μπορούσαμε να πίνουμε τσάι από βατόμουρα, Νυνάβε», είπε η Ηλαίην, ρίχνοντάς της ένα βλέμμα που την έκανε να οπισθοχωρήσει. Ίσως ήταν καλύτερα να μην περιμένει τόσο πολύ.
«Ησυχία, κορίτσι μου». Ο τόνος της φωνής της Κυράς Κόρλυ έμοιαζε ήρεμος, αλλά δεν έπαψε να πασπατεύει θυμωμένα το πρόσωπό της με το μαντίλι της. «Η αναφορά για εσάς τις δύο λέει πως είστε αυθάδεις κι εριστικές, ότι τρέχετε πίσω από τους άντρες κι ότι λέτε ψέματα. Επιπροσθέτως, αδυνατείτε να ακολουθήσετε απλές οδηγίες. Αν, λοιπόν, επιθυμείτε τη βοήθεια μας, όλα αυτά πρέπει να αλλάξουν. Όλα. Είναι αντικανονικά. Να λέτε κι ευχαριστώ που σας απευθύνουμε τον λόγο».
«Όντως επιθυμούμε τη βοήθειά σας», είπε η Νυνάβε. Μακάρι να έπαυε η Ηλαίην να την αγριοκοιτάζει. Η ματιά της ήταν χειρότερη από το σκληρό βλέμμα της Κόρλυ ή, εν πάση περιπτώσει, εξίσου δυσάρεστη. «Ψάχνουμε απεγνωσμένα να βρούμε ένα τερ'ανγκριάλ...»
Η Ρεάνε Κόρλυ παρενέβη, λες και τόση ώρα καθόταν εκεί σιωπηλή. «Συνήθως, γνωρίζουμε εκ των προτέρων τις κοπέλες που έρχονται σε εμάς, αλλά πρέπει να βεβαιωθούμε πως είστε αυτές που ισχυρίζεστε. Πόσες και ποιες πόρτες μπορεί να χρησιμοποιήσει μια μαθητευόμενη για να φθάσει στη Βιβλιοθήκη του Πύργου;» Ρούφηξε μια γουλιά τσάι και περίμενε.
«Δύο». Η λέξη έσταζε δηλητήριο καθώς βγήκε από το στόμα της Ηλαίην. «Τις κυρίως πόρτες ανατολικά, όταν εκτελεί το παράγγελμα κάποιας αδελφής, ή τη μικρή πόρτα στη νοτιοδυτική γωνία, που αποκαλείται η Πόρτα της Μαθητευόμενης, όταν πηγαίνει μόνη της. Πόση ώρα ακόμα, Νυνάβε;»