Выбрать главу

Η Γκαρένια έκανε μια γκριμάτσα αποστροφής και τα μάτια της Μπέρογουιν άνοιξαν διάπλατα από τρόμο. Η Ρεάνε Κόρλυ κούνησε το κεφάλι της αξιοθρήνητα αλλά, όταν μίλησε, η φωνή της ακουγόταν ατσάλινη. «Ήλπιζα πως η Σετάλε σού είχε αλλάξει γνώμη για το συγκεκριμένο ψέμα. Ξέρω πόσο σκληρό είναι να ξεκινάς γεμάτη υπερηφάνεια για τον Λευκό Πύργο κι έπειτα να συναντάς καταπρόσωπο την αποτυχία και την αποπομπή. Αλλά αυτό είναι κάτι που δεν λέμε ούτε για αστείο!»

«Δεν αστειεύομαι», είπε ανάλαφρα η Ηλαίην. Η ψυχρότητα είχε χάσει λίγη από την ένταση της.

Η Γκαρένια έγειρε λίγο μπροστά, στραβοκοιτάζοντάς την, και μια ροή Αέρα είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται, αλλά η Κυρά Κόρλυ ανασήκωσε το χέρι της. «Κι εσύ, Νυνάβε; Επιμένεις σε αυτή την... τρέλα;»

Η Νυνάβε γέμισε τα πνευμόνια της αέρα. Ετούτες εδώ οι γυναίκες σίγουρα ήξεραν πού ήταν το Κύπελλο. Έπρεπε να ξέρουν!

«Νυνάβε!» είπε οξύθυμα η Ηλαίην. Δεν θα την άφηνε να το ξεχάσει αυτό, ακόμα κι αν χρειαζόταν να σκηνοθετήσουν μια απόδραση. Δεν σταματούσε να σου υπενθυμίζει κάθε γκάφα που έκανες, με έναν τρόπο που ένιωθες τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια σου.

«Είμαι μια Άες Σεντάι του Κίτρινου Άτζα», είπε βαριεστημένα η Νυνάβε. «Η αληθινή Έδρα της Άμερλιν, η Εγκουέν αλ'Βέρ, μας ανέδειξε στο Σαλιντάρ μέχρι να φανούμε άξιες για το επώμιο. Δεν είναι μεγαλύτερη από την Ηλαίην. Θα πρέπει να την έχετε ακουστά». Ούτε ίχνος αλλαγής δεν φάνηκε σε αυτά τα πέτρινα πρόσωπα. «Μας έστειλε να βρούμε το Κύπελλο των Ανέμων. Χρησιμοποιώντας το, μπορούμε να διορθώσουμε τον καιρό». Τα τρία πρόσωπα εξακολουθούσαν να είναι ανέκφραστα. Η Νυνάβε κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να συγκρατήσει την οργή της. Ωστόσο, δεν τα κατάφερε εντελώς. «Κι εσείς θα πρέπει να το θέλετε! Κοιτάξτε γύρω σας! Ο Σκοτεινός στραγγαλίζει τον κόσμο ολόκληρο! Αν έχετε έστω και την παραμικρή υποψία πού μπορεί να βρίσκεται το Κύπελλο, πείτε το!»

Η Κυρά Κόρλυ έκανε νόημα στην Ντέρις, η οποία πλησίασε και πήρε τις κούπες. Τα μάτια της είχαν γουρλώσει κι έριχνε φοβισμένα βλέμματα προς το μέρος της Νυνάβε και της Ηλαίην. Όταν απομακρύνθηκε βιαστικά, βγαίνοντας από το δωμάτιο, οι τρεις γυναίκες σηκώθηκαν αργά και στάθηκαν σαν βλοσυροί ειρηνοδίκες, έτοιμοι να αναγγείλουν την καταδικαστική τους απόφαση.

«Λυπάμαι που δεν θα δεχτείτε τη βοήθειά μας», είπε παγερά η Κυρά Κόρλυ. «Λυπάμαι για όλη αυτήν την αναστάτωση». Άπλωσε το χέρι στο πουγκί της κι ακούμπησε στο χέρι της Νυνάβε τρία ασημένια νομίσματα, κι άλλα τρία στης Ηλαίην. «Αυτά θα σας βοηθήσουν για λίγο καιρό. Νομίζω πως, αν πουλήσετε τα ρούχα σας, κάτι θα βγάλετε, ίσως και τα έξοδα σας. Το ντύσιμό σας δεν είναι κατάλληλο για ταξίδι. Μέχρι αύριο την αυγή θα έχετε φύγει από το Έμπου Νταρ».

«Δεν πάμε πουθενά», απάντησε η Νυνάβε. «Σας παρακαλώ, αν ξέρατε μόνο...» Είτε μιλούσε είτε όχι, ήταν το ίδιο· δεν κατάφερνε να ανακόψει την ταχύτητα με την οποία μιλούσε η άλλη γυναίκα.

«Αν όχι, θα φροντίσουμε να κυκλοφορήσει μια πλήρης περιγραφή σας, η οποία θα φθάσει μέχρι τις αδελφές στο Παλάτι Τάρασιν. Αν δεν έχετε φύγει μέχρι την αυγή, θα φροντίσουμε να το πληροφορηθούν οι αδελφές αλλά κι οι Λευκομανδίτες. Οι επιλογές σας τότε θα είναι να το βάλετε στα πόδια, να παραδοθείτε στις αδελφές ή να πεθάνετε. Αν, πάλι, φύγετε ανεπιστρεπτί, θα ζήσετε πολλά χρόνια, με την προϋπόθεση ότι θα εγκαταλείψετε αυτό το απεχθές κι επικίνδυνο τέχνασμα. Τελειώσαμε. Μπέρογουιν, ανάλαβε τις κοπέλες, σε παρακαλώ». Η γυναίκα κινήθηκε ανάλαφρα ανάμεσά τους και βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να ρίξει ματιά πίσω της.

Κατσουφιασμένη, η Νυνάβε αφέθηκε να την οδηγήσουν στην μπροστινή πόρτα. Αν έκανε καβγά, δεν θα πετύχαινε τίποτα παρά να την διώξουν κλωτσηδόν, αλλά δεν ήθελε να το βάλει κάτω. Μα το Φως, δεν θα τα παρατούσε! Η Ηλαίην βάδιζε μπροστά, κι η ψυχρή αποφασιστικότητα της να φύγει και να τελειώσουν όλα ήταν έκδηλη επάνω της.

Στον μικρό διάδρομο που οδηγούσε στην είσοδο, η Νυνάβε αποφάσισε να δοκιμάσει ακόμα μια φορά. «Σας παρακαλώ, Γκαρένια και Μπέρογουιν, αν έχετε κάποια ένδειξη, κάποια υπόνοια, πείτε τό μας. Δεν μπορεί να μη βλέπετε πόσο σημαντικό είναι. Πρέπει να μας μιλήσετε!»

«Οι πιο τυφλοί είναι αυτοί που κρατούν τα μάτια τους κλειστά», μνημόνευσε η Ηλαίην, όχι και τόσο μέσα από τα δόντια της.

Η Μπέρογουιν δίστασε κάπως, αλλά η Γκαρένια όχι. Πλησίασε το πρόσωπό της κοντά στης Νυνάβε. «Πιστεύεις πως είμαστε ανόητες, κορίτσι μου; Μόνο αυτό θα σου πω. Αν ήταν στο χέρι μου, θα σας τσουβαλιάζαμε στο αγρόκτημα κι ας λέγατε ό,τι θέλατε. Ύστερα από λίγους μήνες περιποίησης εκ μέρους της Άλις, θα μαθαίνατε να προσέχετε τα λόγια σας και να ευγνωμονείτε τη βοήθεια που τώρα φτύνετε». Η Νυνάβε σκέφτηκε να της δώσει μια γροθιά στη μύτη. Δεν χρειαζόταν το σαϊντάρ για να χρησιμοποιήσει τα χέρια της.