Η Γκαρένια δεν είχε ολοκληρώσει. Ανέκαθεν φλέρταρε με την πειθαρχία, ενίοτε την υπερέβαινε κιόλας. «Τι ρόλο παίζει αυτή η Σετάλ Ανάν; Αυτές οι κοπέλες γνωρίζουν σχετικά με τον Κύκλο. Μάλλον θα τους μίλησε η Ανάν, παρ’ όλο που κι η ίδια δεν ξέρει...» Ρίγησε, με τρόπο ιδιαίτερα επιδεικτικό για τις περισσότερες από τις ορκισμένες. Άλλωστε, ποτέ δεν είχε σταθεί ικανή να κρύψει τα συναισθήματά της, ακόμα κι όταν ήταν ανάγκη. «Πρέπει να βρούμε όποια μάς πρόδωσε σε εκείνη και να τιμωρηθεί κι η ίδια για την προδοσία της. Είναι ιδιοκτήτρια πανδοχείου, θα έπρεπε να ξέρει να προσέχει τα λόγια της!» Η Μπέρογουιν έμεινε εμβρόντητη, γούρλωσε τα μάτια από το σοκ κι έπεσε σε ένα κάθισμα, τόσο απότομα που αναπήδησε σχεδόν.
«Μην ξεχνάς ποια είναι, Γκαρένια», είπε η Ρεάνε κοφτά. «Αν μας είχε προδώσει η Σετάλ, θα πηγαίναμε γονυπετείς μέχρι την Ταρ Βάλον, για να ζητήσουμε συγχώρεση». Όταν είχε πρωτοέρθει στο Έμπου Νταρ, της διηγήθηκαν την ιστορία μιας γυναίκας την οποία ανάγκασαν να συρθεί μέχρι τον Λευκό Πύργο, κι από τότε, έχοντας παραστεί μάρτυρας του τι σημαίνει να είσαι Άες Σεντάι, δεν αμφέβαλλε καθόλου για όσα είχε ακούσει. «Από ευγνωμοσύνη κράτησε μυστικά τα λίγα που ξέρει, και νομίζω πως αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Θα πέθαινε στην πρώτη της κιόλας γέννα, αν δεν τη βοηθούσε το Σόι. Όλα όσα γνωρίζει προέρχονται από απρόσεκτες γλώσσες, όταν όλοι νόμιζαν ότι δεν άκουγε τίποτα. Κι όσοι είχαν αυτές τις γλώσσες τιμωρήθηκαν πάνω από είκοσι χρόνια πριν». Ωστόσο, ευχόταν να έβρισκε τρόπο για να ζητήσει από τη Σετάλ περισσότερη προσοχή στο μέλλον. Ίσως είχε μιλήσει απερίσκεπτα μπροστά στις κοπέλες.
Η γυναίκα έσκυψε ξανά το κεφάλι, αλλά το στόμα της ήταν πεισματικά κλειστό. Η Ρεάνε αποφάσισε πως η Γκαρένια σίγουρα θα είχε ειδικές εντολές να μεταβιβάσει, παρ’ όλο το πείσμα της. Σπάνια χρειαζόταν περισσότερο από μία εβδομάδα στην Άλις για να κάνει μια γυναίκα να καταλάβει πως το πείσμα δεν είχε κανένα όφελος.
Πριν, όμως, προλάβει να πληροφορήσει σχετικά την Γκαρένια, η Ντέρις εμφανίστηκε στην είσοδο, έκανε μια υπόκλιση κι ανήγγειλε τη Σαράινια Βόστοβαν. Ως συνήθως, η Σαράινια πέρασε μέσα προτού της δώσει την άδεια η Ρεάνε. Από μια άποψη, αυτή η εκθαμβωτικά όμορφη γυναίκα έκανε την Γκαρένια να μοιάζει υπάκουη, μολονότι τηρούσε τους κανόνες κατά γράμμα. Η Ρεάνε ήταν σίγουρη πως θα έφτιαχνε τα μαλλιά της πλεξούδες και θα τους έβαζε ακόμα και καμπανάκια, αν είχε την ευκαιρία, χωρίς να νοιάζεται αν θα ταίριαζαν με την κόκκινη ζώνη της. Από την άλλη, αν είχε την ευκαιρία, δεν θα υπηρετούσε ούτε λεπτό φορώντας τη ζώνη.
Η Σαράινια υποκλίθηκε από την πόρτα και γονάτισε μπροστά της με το κεφάλι κατεβασμένο. Όμως, παρά τα πενήντα χρόνια που είχαν περάσει, δεν είχε ξεχάσει πως θα μπορούσε να είναι μια ιδιαίτερα δυνατή γυναίκα, αν είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει στην πατρίδα της, στο Άραφελ. Οι υποκλίσεις κι όλα τα συναφή δεν ήταν παρά απλές παραχωρήσεις. Όταν μίλησε με αυτήν την τραχιά, επιβλητική φωνή, η σκέψη τού κατά πόσον αυτή η γυναίκα θα συμβιβαζόταν τελικά και τι θα γινόταν με το θέμα της Γκαρένια, έπαψε να απασχολεί το μυαλό της Ρεάνε.
«Η Κάλι είναι νεκρή, Πρεσβύτερη Αδελφή. Της έκοψαν τον λαιμό κι, όπως φαίνεται, τη λήστεψαν. Της πήραν ακόμα και τις κάλτσες, αλλά η Σουμέκο λέει πως πέθανε εξαιτίας της Μίας Δύναμης».
«Αδύνατον!» πετάχτηκε η Μπέρογουιν. «Καμία Συγγενής δεν θα έκανε τέτοιο πράγμα!»
«Μια Άες Σεντάι, ίσως;» είπε η Γκαρένια, για πρώτη φορά διστακτικά. «Πώς, όμως; Κι οι Τρεις Όρκοι; Μάλλον η Σουμέκο κάνει λάθος».
Η Ρεάνε ανασήκωσε το χέρι της για να σωπάσουν. Η Σουμέκο δεν έκανε ποτέ λάθος σε τέτοιου είδους θέματα. Θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει στο Κίτρινο Άτζα -αν δεν είχε καταρρεύσει κατά τη δοκιμασία του επωμίου— κι, αψηφώντας απαγορεύσεις κι αναρίθμητες ποινές, προσπαθούσε να μάθει περισσότερα όποτε πίστευε ότι δεν γινόταν αντιληπτή. Καμία Άες Σεντάι δεν θα μπορούσε να το έχει κάνει, προφανέστατα, ούτε καμία Συγγενής, αλλά... Αυτά τα κορίτσια ήταν υπερβολικά επίμονα και γνώριζαν ανεπίτρεπτα πράγματα. Εφ’ όσον ο Κύκλος είχε αντέξει τόσο μεγάλο διάστημα, προσφέροντας βοήθεια κι ανακούφιση σε πάρα πολλές γυναίκες, δεν έπρεπε να διαλυθεί τώρα.
«Να τι πρέπει να γίνει», τους είπε. Ένιωσε ξανά το φτερούγισμα του φόβου, αλλά -για πρώτη φορά ίσως- δεν έδωσε σημασία.
Η Νυνάβε απομακρύνθηκε με δρασκελιές από το μικρό σπίτι, έξαλλη από θυμό. Ήταν απίστευτο! Εκείνες οι γυναίκες είχαν όντως μια συντεχνία. Το ήξερε! Ό,τι κι αν έλεγαν, ήταν σίγουρη πως γνώριζαν πού βρισκόταν το Κύπελλο. Θα έκανε οτιδήποτε ήταν απαραίτητο για να τις αναγκάσει να της μιλήσουν. Το να προσποιηθεί υπακοή για λίγες ώρες απέναντί τους θα ήταν πολύ πιο εύκολο από το να ανεχτεί τον Ματ Κώθον για -το Φως μόνο ήξερε- πόσες μέρες.