Выбрать главу

Θα μπορούσα να είμαι συγκαταβατική, όπως ακριβώς ήθελαν, σκέφτηκε θυμωμένα. Το μόνο που θα σκέφτονταν θα ήταν πως είμαι υποχωρητική! Θα μπορούσα να... Αυτό ήταν ψέμα και δεν έπειθε καν την ίδια. Αν της δινόταν έστω και μισή ευκαιρία, θα τις ταρακουνούσε μία-μία μέχρι να της αποκάλυπταν αυτό που ήθελε να μάθει. Θα τις έκανε να καταλάβουν τι εστί Άες Σεντάι μέχρι που να τσίριζαν!

Λοξοκοίταξε κατσούφικα την Ηλαίην, η οποία έμοιαζε χαμένη στις σκέψεις της. Η Νυνάβε ευχήθηκε να μην ήξερε τι ακριβώς σκεφτόταν. Ένα ολόκληρο πρωινό χαμένο, με τις δυο τους να μην απέχουν και πολύ από τον πλήρη εξευτελισμό. Δεν της άρεσε καθόλου να ανήκει στη λάθος πλευρά. Δεν είχε συνηθίσει ακόμη να το παραδέχεται. Επιπλέον, έπρεπε να απολογηθεί στην Ηλαίην. Πόσο μισούσε να ζητάει συγγνώμη. Η κατάσταση, μόλις επέστρεφαν στα διαμερίσματά τους, θα ήταν δύσκολη. Κι αναμενόμενη, αφού η Μπιργκίτε με την Αβιέντα θα έλειπαν ακόμη. Δεν ήταν διατεθειμένη να αρχίσει να απολογείται στη μέση του δρόμου με τόσους περαστικούς τριγύρω. Τα πλήθη είχαν πυκνώσει, παρ' όλο που ο ήλιος μόλις είχε ξεμυτίσει λίγο ψηλότερα από τα περιδινούμενα νέφη που σχημάτιζαν τα θαλασσοπούλια, τα οποία έκρωζαν πάνω από τα κεφάλια τους.

Δεν ήταν και τόσο εύκολο να βρουν τον δρόμο τους ύστερα από τόσες στροφές. Η Νυνάβε χρειάστηκε να ζητήσει οδηγίες κάμποσες φορές, ενώ η Ηλαίην κοιτούσε προς μια άλλη κατεύθυνση, προσποιούμενη την αδιάφορη. Δρασκέλισε γέφυρες, έσκυψε κάτω από καρότσες κι άμαξες, έκανε στην άκρη για να περάσουν τα ατομικά φορεία που κινούνταν ακατάπαυστα μέσα από τα πλήθη, λαχταρώντας να της μιλήσει επιτέλους η Ηλαίην. Η Νυνάβε ήξερε πώς να υποθάλπει τη μνησικακία· όσο παρέμενε κι η ίδια σιωπηλή, τόσο χειρότερα θα ήταν όταν άνοιγε το στόμα της. Κατά τον ίδιο τρόπο, όσο περισσότερο περπατούσε αμίλητη η Ηλαίην, τόσο πιο σκοτεινή και δυσάρεστη γινόταν στο μυαλό της η κατάσταση που θα επικρατούσε στα διαμερίσματά τους. Αυτό την έκανε έξω φρενών. Είχε παραδεχτεί, έστω και στον εαυτό της, ότι έκανε λάθος. Η Ηλαίην δεν είχε κανένα δικαίωμα να την κάνει να υποφέρει τόσο. Η αυστηρότητα του προσώπου της έκανε να παραμερίζουν μπροστά τους ακόμα κι άνθρωποι που δεν είχαν προσέξει τα δακτυλίδια τους. Όσοι δε τα πρόσεχαν, είχαν έναν καλό λόγο για να αλλάξουν δρόμο. Ακόμα και μερικοί κουβαλητές ατομικών φορείων την προσπέρασαν βιαστικά.

«Πόσων ετών υπολογίζεις περίπου τη Ρεάνε;» ρώτησε άξαφνα η Ηλαίην. Η Νυνάβε αναπήδησε σχεδόν. Κόντευαν ήδη να φτάσουν στο Μολ Χάρα.

«Πενήντα. Εξήντα, ίσως. Τι σημασία έχει;» Έριξε μια ματιά στο πλήθος να δει αν άκουγε κανείς. Μια πλανόδια πωλήτρια που περνούσε από δίπλα, επιδεικνύοντας έναν δίσκο γεμάτο με ξινά, μικρά και κίτρινα φρούτα, τα οποία αποκαλούνταν λεμόνια, προσπάθησε να συγκρατηθεί για να μη φωνάξει όταν, για μια στιγμή, το βλέμμα της Νυνάβε έπεσε πάνω της. Το αποτέλεσμα ήταν πως ο δίσκος τής έπεσε κι η ίδια διπλώθηκε στα δύο κι άρχισε να πνίγεται και να βήχει. Η Νυνάβε ρουθούνισε περιφρονητικά. Η γυναίκα πιθανότατα κρυφάκουγε κι ίσως σκόπευε να σουφρώσει κάτι. «Σίγουρα έχουν κάποια συντεχνία, Ηλαίην, και σίγουρα γνωρίζουν πού βρίσκεται το Κύπελλο. Το ξέρω, έτσι απλά». Δεν σκόπευε να πει ακριβώς αυτά τα λόγια. Ίσως δεν ήταν άσχημη ιδέα να ζητούσε τώρα συγγνώμη από την Ηλαίην, επειδή την είχε παρασύρει σε αυτήν τη γελοιότητα.

«Υποθέτω πως έχεις δίκιο», απάντησε η Ηλαίην αφηρημένα. «Είναι πολύ πιθανό. Πώς και γέρασε τόσο πολύ;»

Η Νυνάβε έμεινε εμβρόντητη στη μέση του δρόμου. Ύστερα απ' όλες αυτές τις λογομαχίες, κι αφού τις είχαν πετάξει έξω με τις κλωτσιές, απλώς υπέθετε; «Ε, λοιπόν, υποθέτω πως γέρασε με τον ίδιο τρόπο που γερνάμε όλοι, δηλαδή κάθε μέρα και περισσότερο. Ηλαίην, αν όντως το πίστεψες, γιατί ανήγγειλες ποια ήσουν όπως η Ρίανον στον Πύργο;» Της άρεσε αυτό. Σύμφωνα με την ιστορία, αυτό που τελικά έλαβε η Βασίλισσα Ρίανον δεν είχε καμιά σχέση με αυτό που επιθυμούσε.

Η Ηλαίην, παρά τη μόρφωσή της, δεν φάνηκε να δίνει σημασία στην ερώτηση. Τράβηξε σε μια μεριά τη Νυνάβε, καθώς μια πράσινη άμαξα με κουρτινάκια πέρασε με βρόντο από δίπλα τους -ο δρόμος δεν ήταν και πολύ πλατύς στο σημείο εκείνο- και την οδήγησε στο μπροστινό μέρος ενός ραφείου με ευρύχωρη είσοδο, μέσα από την οποία φαίνονταν κάμποσες κούκλες ντυμένες με ημιτελή φορέματα.