«Δεν επρόκειτο να μας πουν τίποτα, Νυνάβε, ακόμα κι αν έπεφτες γονατιστή και τις ικέτευες». Η Νυνάβε άνοιξε το στόμα της αγανακτισμένη, αλλά το έκλεισε ξανά. Δεν είχε πει λέξη σχετικά με ικεσίες. Κι, εν πάση περιπτώσει, γιατί έπρεπε να είναι η μόνη που θα έκανε κάτι τέτοιο; Πάντως, ήταν προτιμότερο να τα βγάλει πέρα με οποιαδήποτε γυναίκα παρά με τον Ματ Κώθον. Η Ηλαίην, ωστόσο, έδειχνε αρκετά αδιάφορη και δύσκολα της αποσπούσες την προσοχή. «Θα έπρεπε να δείχνει όσο κι οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, Νυνάβε. Πόσων χρόνων είναι, για να δείχνει πενήντα ή εξήντα;»
«Μα, για τι πράγμα μιλάς;» Σχεδόν χωρίς να σκεφτεί, η Νυνάβε σημείωσε σε μια γωνιά του μυαλού της την τοποθεσία. Η δουλειά της μοδίστρας έμοιαζε αξιοπρόσεκτη. Ίσως άξιζε να τη μελετήσει καλύτερα. «Προφανώς, δεν διαβιβάζει, ούτε και μπορεί να βοηθήσει περισσότερο, γιατί φοβάται μήπως την περάσουν για αδελφή. Σε τελική ανάλυση, δεν θα ήθελε να φαίνεται και πολύ μελιστάλακτη».
«Ποτέ σου δεν άκουγες στην τάξη, έτσι;» μουρμούρισε η Ηλαίην. Πρόσεξε την πλαδαρή μοδίστρα να στηρίζεται στο πλαίσιο της εισόδου και τράβηξε τη Νυνάβε προς τη μία γωνιά του κτηρίου. Κρίνοντας από τις πολυάριθμες δαντέλες που στόλιζαν το φόρεμα της μοδίστρας, με το μπούστο θαμμένο μέσα τους και κομμάτια από δαύτες να κρέμονται από το εκτεθειμένο μεσοφόρι, η γυναίκα θα μπορούσε να τις έχει από κοντά, μήπως κι η Νυνάβε ήθελε να παραγγείλει κάτι. «Ξέχνα για λίγο τα φορέματα, Νυνάβε. Ποια είναι η γηραιότερη Αποδεχθείσα που θυμάσαι;»
Κοίταξε την Ηλαίην κατάματα. Από τον τρόπο που μίλησε, θα έλεγε κανείς πως δεν σκεφτόταν και τίποτε άλλο! Κι, όντως, άκουγε. Μερικές φορές, τουλάχιστον. «Η Έλιν Γουάρελ, νομίζω. Είμαστε σχεδόν συνομήλικες, νομίζω». Το φόρεμα της μοδίστρας θα ήταν ωραιότερο με ένα πιο σεμνό περιδέραιο και με πολύ λιγότερη δαντέλα. Και με πράσινο μετάξι. Το πράσινο άρεσε στον Λαν, αν και φυσικά δεν επρόκειτο να διαλέξει τα ρούχα της για χάρη του. Του άρεσε το μπλε, επίσης.
Η Ηλαίην ξέσπασε σε γέλια τόσο βροντερά, ώστε η Νυνάβε αναρωτήθηκε αν είχε μιλήσει δυνατά. Αλλάζοντας χρώματα, προσπάθησε να της εξηγήσει -μα το Μπελ Τάιν, ήταν σίγουρη πως μπορούσε- αλλά η άλλη γυναίκα δεν της άφησε κανένα περιθώριο. «Η αδελφή της Έλιν την επισκέφτηκε λίγο πριν πρωτοπάς στον Πύργο, Νυνάβε. Η νεότερη αδελφή της. Η γυναίκα είχε γκρίζα μαλλιά, εν μέρει τουλάχιστον, και θα πρέπει να ήταν πάνω από σαράντα, Νυνάβε».
Η Έλιν Γουάρελ πάνω από σαράντα ετών; Μα...! «Τι είναι αυτά που λες, Ηλαίην;»
Κανείς δεν ήταν εκεί κοντά για να ακούει, και κανείς δεν τους έριξε δεύτερη ματιά εκτός από τη μοδίστρα, η οποία εξακολουθούσε να ελπίζει, αλλά η Ηλαίην χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της, κάνοντάς τον ψίθυρο σχεδόν. «Επιβραδύνουμε, Νυνάβε. Κάπου ανάμεσα στα είκοσι και στα είκοσι πέντε, αρχίζουμε να γερνάμε με πιο αργούς ρυθμούς. Το πόσο εξαρτάται από το πόσο δυνατές είμαστε, αλλά το πότε όχι. Είναι χαρακτηριστική ιδιότητα κάθε γυναίκας που μπορεί να διαβιβάσει. Η Τακίμα έλεγε ότι, σύμφωνα με την άποψή της, ήταν η αρχή της αγέραστης εμφάνισης, αν και προσωπικά δεν νομίζω πως μπορεί να το καταφέρει αυτό καμία προτού φορέσει το επώμιο τουλάχιστον για ένα ή δύο χρόνια, μερικές φορές πέντε ή και περισσότερα. Σκέψου. Ξέρεις ότι κάθε γκριζομάλλα αδελφή είναι γερασμένη, μολονότι υποτίθεται πως δεν το αναφέρεις. Άρα, αν η Ρεάνε επιβραδύνει, κάτι που μάλλον συμβαίνει, πόσων χρόνων είναι;»
Η Νυνάβε δεν έδινε πεντάρα πόσων χρόνων ήταν η Ρεάνε. Το μόνο που ήθελε ήταν να κλάψει. Δεν ήταν να απορεί κανείς που δεν την πίστευαν όταν έλεγε την ηλικία της. Έτσι εξηγείτο για ποιον λόγο στον Κύκλο των Γυναικών, στην πατρίδα της, την κοιτούσαν με καχυποψία, λες και δεν ήταν σίγουρες πως ήταν αρκετά μεγάλη για να την εμπιστευτούν πλήρως. Εντάξει, μπορεί να είχε το αγέραστο πρόσωπο μια αδελφής, αλλά πόσο θα της έπαιρνε μέχρι να γκριζάρουν τα μαλλιά της;
Βλεφάρισε και κοίταξε αλλού θυμωμένη. Κάτι τη χτύπησε φευγαλέα στον σβέρκο. Τρίκλισε λίγο και στράφηκε έκπληκτη προς το μέρος της Ηλαίην. Για ποιον λόγο την είχε χτυπήσει; Όμως, η Ηλαίην ήταν πεσμένη κάτω, με τα μάτια κλειστά κι ένα άσχημο κοκκινωπό καρούμπαλο να προεξέχει στο κεφάλι της. Η Νυνάβε, παραπαίοντας, γονάτισε και πήρε τη φίλη της στα χέρια της.
«Η φίλη σου μάλλον αρρώστησε ξαφνικά», είπε μια γυναίκα με μακρουλή μύτη γονατίζοντας πλάι τους, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στο κίτρινο φόρεμά της που, ακόμα και για τα δεδομένα των Εμπουνταρινών, άφηνε ακάλυπτο μεγάλο μέρος του στήθους της. «Άσε με να σε βοηθήσω».
Ένας ψηλός κι ευπαρουσίαστος άντρας, με κεντητό μεταξωτό γιλέκο κι ένα μάλλον δουλοπρεπές χαμόγελο, έσκυψε πάνω από τους ώμους της Νυνάβε. «Ελάτε, έχω ένα καροτσάκι. Θα σας πάμε κάπου πιο άνετα από το λιθόστρωτο».