Выбрать главу

«Μπορείτε να φύγετε», απάντησε η Νυνάβε όσο πιο ευγενικά μπορούσε. «Δεν χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας».

Ο άντρας, ωστόσο, συνέχισε να προσπαθεί να τη στυλώσει στα πόδια της και να την οδηγήσει προς μία κόκκινη καρότσα, όπου μια γυναίκα με γαλάζιο φόρεμα, φαινομενικά τρομαγμένη, έκανε έντονες χειρονομίες. Η γυναίκα με τη μακρουλή μύτη πάσχιζε να σηκώσει την Ηλαίην, ευχαριστώντας τον άντρα για τη βοήθειά του και μουρμουρίζοντας κάτι σχετικά με το πόσο καλή ιδέα έμοιαζε να τις μεταφέρουν στην καρότσα του. Ένα μικρό πλήθος θεατών είχε μαζευτεί από το πουθενά, σχηματίζοντας ημικύκλιο· γυναίκες γεμάτες κατανόηση, οι οποίες μουρμούριζαν για τη ζέστη που προκαλεί λιποθυμίες, κι άντρες οι οποίοι προσφέρονταν να βοηθήσουν στη μεταφορά των δύο κυριών. Ένας λιπόσαρκος, θρασύς τύπος άπλωσε το χέρι του στο πουγκί της Νυνάβε σχεδόν κάτω από τη μύτη της.

Ένιωθε ακόμα αρκετά ζαλισμένη κι ήταν σχετικά δύσκολο να αγκαλιάσει το σαϊντάρ. Μπορεί αυτό το φλύαρο πλήθος να μην την εκνεύριζε, αλλά αυτό που είδε να κείτεται στο δρόμο την άφησε άφωνη. Ένα βέλος με αμβλεία πέτρινη αιχμή. Αυτό ήταν που την είχε πάρει ξώφαλτσα κι είχε χτυπήσει την Ηλαίην. Διαβίβασε, κι ο λιπόσαρκος πορτοφολάς διπλώθηκε στη μέση, πιάνοντας σφικτά το στομάχι του και τσιρίζοντας σαν γουρούνι μπλεγμένο σε αγκάθια. Άλλη μια ροή, κι η γυναίκα με τη μακρουλή μύτη έπεσε προς τα πίσω με μια κραυγή ακόμα πιο δυνατή από του πορτοφολά. Ο άντρας με το μεταξωτό γιλέκο αποφάσισε πως η βοήθειά του μάλλον δεν ήταν απαραίτητη, κι έτσι άρχισε να τρέχει προς την καρότσα του, αν κι η Νυνάβε πρόλαβε να του στείλει μια δόση. Το ουρλιαχτό του ήταν πιο δυνατό κι από ταύρου καθώς η γυναίκα πάνω στην καρότσα τον τραβούσε από το γιλέκο.

«Ευχαριστούμε, αλλά δεν χρειαζόμαστε καμία βοήθεια», φώναξε η Νυνάβε. Ευγενική, όπως πάντα.

Δεν ήταν και πολλοί όσοι παρέμειναν για να την ακούσουν. Από τη στιγμή που έγινε προφανές πως η γυναίκα χρησιμοποιούσε τη Μία Δύναμη —κι όσοι δεν το είχαν καταλάβει αμέσως, το συμπέραναν βλέποντας τον κόσμο να χοροπηδάει και να ουρλιάζει χωρίς εμφανή αιτία- όλοι το έβαλαν στα πόδια. Η γυναίκα με τη μακρουλή μύτη σηκώθηκε, ίσιωσε τα ρούχα της και πήδηξε στο πίσω μέρος της κόκκινης καρότσας· μόλις που πρόλαβε να κρατηθεί πάνω της, καθώς ο οδηγός με το μαύρο γιλέκο χτύπησε με το καμτσίκι τα άλογα κι αυτά ξεχύθηκαν μέσα στο αναστατωμένο πλήθος που παραμέριζε. Ακόμα κι ο πορτοφολάς άρχισε να τρέχει, κουτσαίνοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Η Νυνάβε δεν θα έδινε δεκάρα ακόμα κι αν άνοιγε η γη και τους κατάπινε όλους. Με το στήθος της να πονά, διοχέτευε ένα μείγμα ροών από Άνεμο, Νερό, Γη, Φωτιά και Πνεύμα στην Ηλαίην. Ήταν απλή ύφανση και δεν δυσκολεύτηκε να τη δημιουργήσει, μολονότι ένιωθε ελαφρά ζαλισμένη. Το αποτέλεσμα ήταν να αρχίσει να ανασαίνει ξανά. Ο μώλωπας δεν ήταν σοβαρός και τα οστά στο κρανίο της Ηλαίην έμοιαζαν άθικτα. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα μπορούσε να αναδιατάξει τις ίδιες ροές σε πιο περίπλοκες υφάνσεις, εφαρμόζοντας τη Θεραπεία που είχε ανακαλύψει η ίδια. Προς το παρόν, όμως, μόνο απλές υφάνσεις μπορούσε να επιτύχει. Μονάχα με το Πνεύμα, τον Άνεμο και το Νερό ύφανε τη Θεραπεία που χρησιμοποιούσαν στο Κίτρινο Άτζα από αμνημονεύτων ετών.

Τα μάτια της Ηλαίην άνοιξαν διάπλατα κι, αφήνοντας ένα αγκομαχητό, λες και ρούφηξε μέσα της μια μεγάλη ποσότητα αέρα, άρχισε να συσπάται σαν πέστροφα που είχε πιαστεί σε δίχτυα. Τα πασουμάκια στα πόδια της χτυπούσαν δυνατά πάνω στο λιθόστρωτο. Όλα αυτά δεν διήρκεσαν πάνω από ένα λεπτό, αλλά ήταν αρκετό για να συρρικνωθεί ο μώλωπας και να εξαφανιστεί.

Η Νυνάβε τη βοήθησε να σηκωθεί, κι ένα γυναικείο χέρι εμφανίστηκε από το πουθενά κρατώντας μια κασσιτέρινη κούπα γεμάτη νερό. «Ακόμα και μια Άες Σεντάι θα διψάει ύστερα απ' όλα αυτά», είπε η μοδίστρα.

Η Ηλαίην άπλωσε το χέρι της για να την πάρει, αλλά η Νυνάβε την έπιασε από τον καρπό, συγκρατώντας την. «Όχι, ευχαριστούμε». Η γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους της και, καθώς στράφηκε να φύγει, η Νυνάβε πρόσθεσε με αλλαγμένο τόνο στη φωνή της: «Σ' ευχαριστώ». Όσο περισσότερες φορές το έλεγε, τόσο πιο εύκολο φαινόταν. Δεν ήταν σίγουρη ότι της άρεσε και τόσο.

Ο δαντελωτός ωκεανός ανακινήθηκε ενώ η μοδίστρα ανασήκωσε και πάλι τους ώμους της αδιάφορα. «Φτιάχνω φορέματα για όλους. Μπορώ να σου προτείνω καλύτερες αποχρώσεις». Μπήκε μέσα στο μαγαζί της και χάθηκε, ενώ η Νυνάβε την κοιτούσε συνοφρυωμένη.

«Τι συνέβη;» ρώτησε απαιτητικά η Ηλαίην. «Γιατί δεν με άφησες να πιω; Είμαι πολύ διψασμένη και πεινασμένη».