Выбрать главу

«Μπορώ, Ασουνάγουα;»

Το βλέμμα του Υψηλού Εξεταστή ήταν ακόμα πιο καυτό, καθώς ο Ασουνάγουα έκανε στην άκρη, μετακινώντας τον χιονάτο μανδύα από το αίμα του Νάιαλ. Ακόμα κι ένας Άρχοντας Στρατάρχης υποτίθεται πως δεν πρέπει να είναι τόσο οικείος. «Μπορείς, γιε μου. Ήσουν περίεργα απρόθυμος να συμφωνήσεις ότι η μάγισσα Μοργκέις πρέπει να παραδοθεί στο Χέρι του Φωτός. Εκτός κι αν με διαβεβαιώσεις...»

«Η Μοργκέις είναι ακόμα απαραίτητη». Ο Βάλντα αισθάνθηκε ικανοποίηση που τον διέκοψε. Δεν χώνευε τους Ανακριτές, το Χέρι του Φωτός όπως αυτοαποκαλούνταν. Πώς ήταν δυνατόν να τους συμπαθήσει κάποιος, από τη στιγμή που ποτέ τους δεν είχαν αντιμετωπίσει εχθρό που να μην ήταν άοπλος κι αλυσοδεμένος; Οι ίδιοι θεωρούσαν πως ήταν ένα ξεχωριστό παρακλάδι από τα Τέκνα. Ο μανδύας του Ασουνάγουα έφερε μονάχα την πορφυρή ποιμενική ράβδο των Ανακριτών κι όχι τον απαστράπτοντα χρυσό ήλιο των Τέκνων που στόλιζε τον δικό του χιτώνα. Ακόμα χειρότερα, πίστευαν πως η δουλειά που έκαναν με τα στρεβλωτήρια και τα καυτά σίδερα ήταν το μόνο αληθινό έργο των Τέκνων. «Η Μοργκέις θα μας παραδώσει το Άντορ, οπότε δεν θα την έχεις προτού το κάνει. Και δεν μπορούμε να καταλάβουμε το Άντορ προτού συντριβούν οι μάζες του Προφήτη». Έπρεπε πρώτα να ασχοληθούν με τον Προφήτη που κήρυττε τον ερχομό του Αναγεννημένου Δράκοντα, τα πλήθη του οποίου έκαιγαν αργά τα χωριά για να αναγγείλουν την έλευση του αλ'Θόρ. Το στήθος του Νάιαλ μόλις που ανεβοκατέβαινε τώρα. «Μήπως θα ήθελες να ανταλλάξεις την Αμαδισία με το Άντορ, αντί να τα κρατήσεις και τα δύο; Επιθυμία μου είναι να δω τον αλ'Θόρ απαγχονισμένο και τον Λευκό Πύργο διαλυμένο σε ερείπια, Ασουνάγουα, και δεν πρόκειται να συμβαδίσω με το σχέδιό σου, απλώς για να σε δω να τα πετάς όλα στα σκουπίδια».

Ο Ασουνάγουα δεν αιφνιδιάστηκε. Δεν ήταν δειλός. Όχι εδώ, τουλάχιστον, με εκατοντάδες Ανακριτές παρόντες στο Φρούριο και τα περισσότερα από τα Τέκνα πολύ επιφυλακτικά απέναντί τους. Αγνόησε το ξίφος που κρατούσε ο Βάλντα κι η μαρτυρική έκφραση στο πρόσωπό του πήρε μια χροιά λύπης. Ο ιδρώτας του έμοιαζε με δάκρυα μετάνοιας. «Σε αυτή την περίπτωση, μια κι ο Άρχοντας Κάνβιλ πιστεύει πως ο νόμος είναι απαράβατος, φοβάμαι πως...»

«Κι εγώ φοβάμαι πως ο Κάνβιλ συμφωνεί μαζί μου, Ασουνάγουα». Κι αυτό ίσχυε από την αυγή, από τη στιγμή που συνειδητοποίησε πως ο Βάλντα είχε φέρει μισή λεγεώνα μέσα στο Φρούριο. Ο Κάνβιλ δεν ήταν βλάκας. «Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσον εγώ θα είμαι Άρχοντας Στρατάρχης και Διοικητής μέχρι το τέλος της μέρας, αλλά ποιος θα ηγηθεί του Χεριού του Φωτός στην έρευνα για την αλήθεια».

Ο Ασουνάγουα σίγουρα δεν ήταν δειλός και σαφώς ήταν λιγότερο βλάκας από τον Κάνβιλ. Ούτε ζάρωσε από το φόβο του, ούτε απαίτησε να μάθει με ποιο τρόπο πίστευε ο Βάλντα ότι θα τα έβγαζε πέρα. «Καταλαβαίνω», είπε ύστερα από λίγο. «Σκοπεύεις να περιφρονήσεις ολοκληρωτικά το νόμο, γιε μου;» πρόσθεσε ήπια.

Ο Βάλντα κόντεψε να βάλει τα γέλια. «Μπορείς να εξετάσεις τη Μοργκέις, αλλά όχι να την ανακρίνεις. Αυτό μπορείς να το κάνεις μόνο όταν θα έχω τελειώσει μαζί της». Πράγμα που θα έπαιρνε κάμποσο καιρό. Η εύρεση ενός αντικαταστάτη για τον Θρόνο του Λιονταριού, κάποιου που να καταλαβαίνει την ακριβή της σχέση με τα Τέκνα, όπως ο Βασιλιάς Άιλρον, ήταν αδύνατον να γίνει μέσα σε μια νύχτα.

Ίσως ο Ασουνάγουα καταλάβαινε, ίσως κι όχι. Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει και μια κοφτή ανάσα ακούστηκε από την είσοδο. Ο γραμματέας του Νάιαλ με το στενό πρόσωπο στεκόταν εκεί, με το στόμα σουφρωμένο και τα μάτια στενεμένα, να προσπαθεί να συμπεριλάβει τα πάντα στη ματιά του εκτός από τα κορμιά που κείτονταν στο πάτωμα.

«Άσχημη μέρα, Άρχοντα Μπάλγουερ», είπε με μονότονο ύφος ο Ασουνάγουα, με φωνή θλιμμένη αλλά αλύγιστη σαν σίδερο. «Ο προδότης Ομέρνα δολοφόνησε τον Άρχοντά μας Στρατάρχη και Διοικητή Πέντρον Νάιαλ, το Φως να φωτίζει την ψυχή του». Η αλήθεια δεν είχε ειπωθεί όλη ακόμα. Το στήθος του Νάιαλ δεν σάλευε καθόλου πια κι ο φόνος του ήταν η εσχάτη προδοσία. «Ο Άρχοντας Ηγέτης Βάλντα κατέφθασε κάπως αργά για να σώσει τον Νάιαλ, αλλά, αποδίδοντας δικαιοσύνη, σκότωσε τον Ομέρνα». Ο Μπάλγουερ εξεπλάγη κι άρχισε να σκουπίζει τα ιδρωμένα του χέρια.

Ο πτηνόμορφος τύπος προκαλούσε φαγούρα στον Βάλντα. «Πάντως, μια κι είσαι εδώ, Μπάλγουερ, μπορείς να φανείς χρήσιμος σε κάτι». Αντιπαθούσε τους ανίκανους ανθρώπους, κι ο άσχετος γραμματέας ήταν ο ορισμός της ανικανότητας. «Μετάφερε αυτό το μήνυμα σε κάθε Άρχοντα Ηγέτη του Φρουρίου. Πες τους πως ο Άρχοντας Στρατάρχης και Διοικητής δολοφονήθηκε κι εγώ θα συγκαλέσω σύσκεψη στο Συμβούλιο των Χρισμένων». Το πρώτο πράγμα που θα έκανε ως Άρχοντας Στρατάρχης και Διοικητής θα ήταν να διώξει με τις κλωτσιές αυτόν τον στεγνό τύπο από το Φρούριο, να τον διώξει μια και καλή και να διαλέξει έναν γραμματέα χωρίς τικ. «Άσχετα με το αν ο Ομέρνα εξαγοράστηκε από τις μάγισσες ή από τον Προφήτη, σκοπεύω να εκδικηθώ την τιμή του Πέντρον Νάιαλ».