Ρίχνοντας ένα τελευταίο κατσούφικο βλέμμα προς το μέρος της μοδίστρας, η Νυνάβε έσκυψε για να πιάσει το βέλος.
Δεν χρειάστηκε να της εξηγήσει τίποτα. Το σαϊντάρ έλαμψε γύρω της μέσα σε μια στιγμή. «Η Τέσλυν κι η Τζολίνε;»
Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι της. Η ελαφριά ζαλάδα εξαφανιζόταν σιγά-σιγά. Δεν πίστευε πως αυτές οι δύο θα ξέπεφταν τόσο πολύ· έμοιαζε σχεδόν απίθανο. «Μήπως η Ρεάνε;» ρώτησε σιγανά. Η μοδίστρα φάνηκε πάλι στην πόρτα, γεμάτη ελπίδα. «Ίσως ήθελε να βεβαιωθεί ότι φύγαμε. Ακόμα χειρότερα, θα μπορούσε να είναι η Γκαρένια». Η πιθανότητα αυτή ήταν εξίσου δυσάρεστη με το να ευθύνονταν η Τέσλυν με την Τζολίνε, αλλά πολύ πιο εξοργιστική.
Με κάποιον τρόπο, η Ηλαίην κατάφερνε να φαίνεται χαριτωμένη παρά το κατσούφιασμά της. «Όποιος κι αν ήταν, θα τον κανονίσουμε. Θα δεις». Το κατσούφιασμά χάθηκε. «Νυνάβε, αν ο Κύκλος γνωρίζει πού βρίσκεται το Κύπελλο, μπορούμε να το βρούμε κι εμείς, αλλά...» Δάγκωσε το χείλος της. Φάνηκε να διστάζει κάπως. «Μόνο έναν τρόπο ξέρω για να είμαστε σίγουρες».
Η Νυνάβε ένευσε αργά, αν και θα προτιμούσε να είχε φάει μια χούφτα σκόνη. Η σημερινή μέρα φάνταζε λαμπερή για λίγο, αλλά σύντομα τη σκέπασε το σκοτάδι από τη στιγμή που η Ρεάνε... Μα το Φως, πόσον καιρό ήθελε ακόμα για να αποκτήσει γκρίζα μαλλιά;
«Μην κλαις, Νυνάβε. Ο Ματ δεν μπορεί να είναι τόσο κακός. Θα το βρει μέσα σε λίγες μέρες για λογαριασμό μας. Το ξέρω».
Η Νυνάβε, όμως, άρχισε να κλαίει πιο δυνατά.
25
Παγίδα του Νου
Η Μογκέντιεν δεν ήθελε να ξαναδεί εκείνο το όνειρο, αλλά η επιθυμία της να ξυπνήσει και να ουρλιάξει δεν την ωφελούσε σε τίποτα. Ο ύπνος την κρατούσε δέσμια πιο σφιχτά κι από χειροπέδες. Η αρχή του ονείρου έφυγε γρήγορα, δεν ήταν παρά μια επιπόλαια θολούρα. Κανένα έλεος· σύντομα θα ξαναζούσε και το υπόλοιπο.
Μετά βίας αναγνώρισε τη γυναίκα που μπήκε στη σκηνή όπου την κρατούσαν αιχμάλωτη. Ήταν η Χάλιμα, γραμματέας μιας από αυτές τις τρελές που αυτοαποκαλούνταν Άες Σεντάι. Μπορεί να ήταν τρελές, αλλά την κρατούσαν σφιχτά με αυτή την ασημιά μεταλλική λωρίδα που είχαν περάσει γύρω από τον λαιμό της, αναγκάζοντάς τη να είναι υπάκουη. Οι εικόνες έφευγαν γρήγορα, μολονότι ευχήθηκε να κινούνταν πιο αργά. Η γυναίκα διαβίβασε για να δημιουργήσει φως, και το μόνο που μπόρεσε να δει η Μογκέντιεν ήταν το φως. Θα έπρεπε να είναι σαϊντίν —μόνο οι Εκλεκτοί ανάμεσα στους ζωντανούς γνώριζαν πώς να χαλιναγωγούν την Αληθινή Δύναμη- τη Δύναμη που προερχόταν από τον Σκοτεινό — κι από αυτούς ελάχιστοι ήταν αρκετά ανόητοι για να το κάνουν, παρά μόνο σε έσχατη ανάγκη- αλλά αυτό ήταν αδύνατον! Μια γοργή θολούρα. Η γυναίκα συστήθηκε ως Άραν'γκαρ και προσφώνησε τη Μογκέντιεν με το όνομά της, έκανε επίκληση στο Χάσμα του Χαμού κι αφαίρεσε το περιδέραιο α'ντάμ, μορφάζοντας με τον πόνο που καμιά γυναίκα δεν θα έπρεπε να αισθάνεται. Η Μογκέντιεν ύφανε για άλλη μια φορά -πόσες φορές το είχε κάνει αυτό;- μια μικρή πύλη εντός της σκηνής. Γλίστρησε, έτσι ώστε να δώσει χρόνο στον εαυτό της να σκεφτεί στο ατελείωτο σκοτάδι. Μα προτού βγει καλά-καλά στην εξέδρα, που έμοιαζε με μικρό μαρμάρινο μπαλκόνι, συμπληρωμένο με μια άνετη πολυθρόνα, έφτασε στις μαύρες πλαγιές του Σάγιολ Γκουλ· αιώνια τυλιγμένες στο λυκόφως, έβριθαν από αχνούς, καπνό και βαριές αναθυμιάσεις που έφτυναν οι αεραγωγοί κι οι σήραγγες. Ένας Μυρντράαλ την πλησίασε, φορώντας τον θανατερό μελανό του μανδύα· ένα πλάσμα τυφλό, λευκό σαν γυμνοσάλιαγκας αλλά ψηλότερο κι ογκωδέστερο από οποιονδήποτε άλλο Ημιάνθρωπο. Την κοίταξε εξεταστικά κι αλαζονικά, της είπε αυτοβούλως το παράδοξο όνομά του και την πρόσταξε να έρθει. Όλα αυτά δεν συνηθίζονταν από έναν Μυρντράαλ απέναντι σε κάποιον Εκλεκτό. Ούρλιαζε μέσα από τα βάθη του ίδιου της του νου, λαχταρώντας να κινηθεί το όνειρο ταχύτερα, να θολώσει σε σημείο που να μην μπορεί να διακρίνει και να καταλαβαίνει τίποτα, αλλά τώρα, καθώς ακολουθούσε κατά πόδας τον Σαϊντάρ Χαράν στην είσοδο του Χάσματος του Χαμού, όλα επανήλθαν στην κανονική ροή κι έμοιαζαν περισσότερο αληθινά από τον Τελ'αράν'ριοντ ή από τον κόσμο των ξυπνητών.
Δάκρυα ξεχύθηκαν από τα μάτια της Μογκέντιεν και κύλησαν στα ήδη υγρά μάγουλά της. Άρχισε να κάνει σπασμωδικές κινήσεις πάνω στη σκληρή ψάθα, με τα πόδια και τα χέρια της να τινάζονται ανεξέλεγκτα καθώς πάλευε απεγνωσμένα να ξυπνήσει. Δεν συνειδητοποιούσε πια ότι ονειρευόταν -τα πάντα έμοιαζαν αληθινά- αλλά οι μνήμες παρέμεναν χωμένες στα βάθη του νου της· σε εκείνα τα βάθη, όπου το ένστικτο κραύγαζε και πάλευε να ελευθερωθεί.
Η κατηφορική σήραγγα, με την οροφή από πέτρινα -σαν μυτερά δόντια- ξιφίδια, και τα τοιχώματα που έλαμπαν με αυτόν τον ωχρό φωτισμό, της ήταν αρκετά γνώριμη. Είχε κάνει αρκετές φορές αυτό το υπόγειο ταξίδι από τότε που πρωτοήρθε για να υποκλιθεί στον Μέγα Άρχοντα, προσφέροντας ως εχέγγυο την ίδια της την ψυχή· ήταν, όμως, η πρώτη φορά που είχε επίγνωση της αποτυχίας της σε όλη της την έκταση. Ανέκαθεν κατάφερνε να κρύψει τις αποτυχίες, ακόμα κι από τον Μέγα Άρχοντα. Πολλές φορές. Εδώ, μπορούσαν να συμβούν πράγματα που ήταν αδύνατον να συμβούν οπουδήποτε αλλού. Τινάχτηκε, καθώς ένα από τα πέτρινα δόντια ακούμπησε τα μαλλιά της, αλλά, αμέσως μετά, αυτοκυριαρχήθηκε όσο μπορούσε. Αυτές οι αιχμηρές μύτες, που έμοιαζαν με λάμες, δεν φαίνονταν να ενοχλούν ιδιαίτερα τον παράξενο και πανύψηλο Μυρντράαλ, αλλά, παρ' ότι την ξεπερνούσε περισσότερο από ένα κεφάλι σε ύψος, ήταν η Μογκέντιεν που πάσχιζε να αποφύγει τις κοφτερές άκρες. Η πραγματικότητα εδώ έμοιαζε με πηλό, τον οποίο ο Μέγας Άρχοντας έπλαθε σύμφωνα με τη διάθεσή του. Όποτε δυσανασχετούσε με κάτι, φρόντιζε να το κάνει γνωστό. Ένα πέτρινο δόντι τη χτύπησε στον ώμο κι εκείνη έσκυψε για να περάσει κάτω από ένα άλλο. Το ύψος της σήραγγας δεν ήταν πια τόσο μεγάλο, έτσι δεν μπορούσε να περπατάει όρθια. Λύγισε κι άλλο το σώμα της, πηγαίνοντας τρεχάλα κι ακολουθώντας σκυφτή τον Μυρντράαλ, πασχίζοντας να τον φτάσει. Το βήμα του δεν άλλαζε στιγμή, αλλά ασχέτως του πόσο γρήγορα περπατούσε η γυναίκα, η απόσταση ανάμεσά τους δεν μειωνόταν ούτε στο ελάχιστο. Η οροφή χαμήλωνε ολοένα, όπως τα δόντια του Μεγάλου Άρχοντα όταν ξέσκιζαν τους προδότες και τους ανόητους, κι η Μογκέντιεν έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να σέρνεται με τους αγκώνες. Ένα φως τρεμόσβησε ακριβώς μπροστά τους, στην άκρη της σήραγγας, προερχόμενο από την είσοδο του ίδιου του Χάσματος. Η Μογκέντιεν σύρθηκε με την κοιλιά, προχωρώντας με τα χέρια και σπρώχνοντας με τα πόδια. Πέτρινες μυτερές άκρες καρφώθηκαν στη σάρκα της και πιάστηκαν στο φόρεμά της. Αγκομαχώντας και σπαρταρώντας, σύρθηκε στα τελευταία λίγα μέτρα υπό τον ήχο του μάλλινου υφάσματος που σκιζόταν.