Κοίταξε πάνω από τον ώμο της και ρίγησε. Εκεί που έπρεπε να βρίσκεται το στόμιο της σήραγγας, υπήρχε ένας λείος πέτρινος τοίχος. Ίσως ο Μέγας Άρχοντας είχε σχεδιάσει με ακρίβεια τη στιγμή της κατάρρευσης, κι, αν η ίδια ήταν πιο αργή...
Η εξέδρα πάνω στην οποία βρέθηκε εξείχε πάνω από μια κόκκινη λίμνη λιωμένου πετρώματος, στιγματισμένη με μαύρες κηλίδες, όπου φλόγες σε μέγεθος ανθρώπου χόρευαν, πέθαιναν κι επανεμφανίζονταν. Πάνω από το κεφάλι της, το ασκεπές σπήλαιο διατρυπούσε το βουνό και, μέσα από μια τρύπα, άφηνε να φανεί ένας ουρανός τον οποίον διέτρεχαν άγρια σύννεφα με ραβδώσεις στα χρώματα του κόκκινου, του κίτρινου και του μαύρου, λες και τα παρέσερναν οι ίδιοι οι άνεμοι του χρόνου. Δεν επρόκειτο για τα μαύρα σύννεφα που είχε δει έξω από το Σάγιολ Γκουλ. Κανένα τους δεν ήταν άξιο δεύτερης ματιάς, κι όχι επειδή τα είχε παρατηρήσει κάμποσες φορές. Η Δίοδος προς τη φυλακή του Μεγάλου Άρχοντα δεν απείχε λιγότερο εδώ από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου· ωστόσο, μπορούσε να την αισθανθεί, να λουστεί στην απαστράπτουσα δόξα του Μεγάλου Άρχοντα. Η Αληθινή Δύναμη την περιτριγύριζε από παντού τόσο έντονη, ώστε, αν επιχειρούσε να διαβιβάσει, θα γινόταν κάρβουνο. Όχι, βέβαια, ότι είχε σκοπό να πληρώσει το τίμημα κάπου αλλού.
Έκανε να σηκωθεί και κάτι τη χτύπησε ανάμεσα στις ωμοπλάτες, αναγκάζοντάς τη να πέσει βαριά στην πέτρινη εξέδρα κι αφήνοντάς τη χωρίς ανάσα. Ζαλισμένη, πάσχισε να ανασάνει και κοίταξε πάνω από τον ώμο της. Ο Μυρντράαλ έστεκε από πάνω της, με την ογκώδη μπότα του να πιέζει την πλάτη της. Κατάφερε σχεδόν να αγκαλιάσει το σαϊντάρ, αν κι η προσπάθεια διαβίβασης εδώ χωρίς ειδική άδεια ισοδυναμούσε με θάνατο. Άλλο η αλαζονεία στην πλαγιά, κι άλλο αυτό!
«Ξέρεις ποια είμαι;» ρώτησε απαιτητικά. «Είμαι η Μογκέντιεν!» Το τυφλό βλέμμα την παρατηρούσε λες κι ήταν έντομο· είχε δει πολλές φορές τους Μυρντράαλ να κοιτάζουν κοινούς θνητούς κατ’ αυτόν τον τρόπο.
ΜΟΓΚΕΝΤΙΕΝ. Η φωνή μέσα στο κρανίο της έσβησε κάθε σκέψη σχετικά με τον Μυρντράαλ. Έσβησε σχεδόν κάθε είδους νοητική διεργασία. Επιπλέον, ακόμα κι η πιο ζεστή αγκαλιά ενός εραστή με σάρκα και οστά δεν ήταν παρά σταγόνα στον ωκεανό συγκριτικά. ΠΟΣΟ ΕΧΕΙΣ ΞΕΠΕΣΕΙ, ΜΟΓΚΕΝΤΙΕΝ; ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΙ ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΟΙ, ΑΛΛΑ ΕΣΥ ΑΦΕΘΗΚΕΣ ΝΑ ΑΙΧΜΑΛΩΤΙΣΤΕΙΣ. ΔΙΔΑΞΕΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΟΥ, ΜΟΓΚΕΝΤΙΕΝ.
Με τα βλέφαρά της να τρεμοπαίζουν, προσπάθησε να βρει έναν ειρμό στις σκέψεις της. «Μέγα Άρχοντα, ελάχιστα πράγματα τους έμαθα και τους πολέμησα όσο ήταν δυνατόν. Τους δίδαξα έναν υποτιθέμενο τρόπο για να ανιχνεύουν έναν άντρα με την ικανότητα της διαβίβασης». Κατάφερε να γελάσει. «Η εξάσκηση τους προκαλούσε τέτοιον πονοκέφαλο, ώστε δεν μπορούσαν να διαβιβάσουν επί ώρες». Σιωπή. Καλύτερα ίσως. Είχαν παρατήσει την προσπάθεια να μάθουν αρκετά πριν από την απελευθέρωσή της, αλλά αυτό δεν ήταν ανάγκη να το μάθει ο Μέγας Άρχοντας. «Μέγα Άρχοντα, γνωρίζεις καλά πόσο πιστά σε έχω υπηρετήσει. Σε υπηρετώ μέσα από τις σκιές, κι οι εχθροί σου δεν νιώθουν το δάγκωμά μου παρά μόνο όταν είναι αργά πια και το δηλητήριο έχει χυθεί μέσα τους». Δεν τολμούσε να πει πως είχε σκόπιμα αφήσει να τη συλλάβουν, για να δράσει εκ των έσω, αλλά μπορούσε να κάνει μια απλή νύξη. «Μέγα Άρχοντα, ξέρεις καλά πόσους εχθρούς σου εξολόθρευσα στον Πόλεμο της Δύναμης. Μέσα από τις σκιές, αόρατη ή αγνοημένη, επειδή δεν υπολογίστηκα ως απειλή». Σιωπή. Κι έπειτα...