ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΙ ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΟΙ. ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΚΙΝΕΙΤΑΙ.
Η φωνή που αντηχούσε μέσα στο κρανίο της έμοιαζε να ρευστοποιεί τα κόκαλά της και να βάζει φωτιά στον νου της. Ο Μυρντράαλ πήρε το πηγούνι της στα χέρια του, αναγκάζοντάς τη να σηκώσει το κεφάλι, προτού ακόμα η όρασή της γίνει αρκετά διαυγής ώστε να δει το μαχαίρι στο άλλο τον χέρι. Όλα της τα όνειρα θα κατέληγαν σε έναν κομμένο λαιμό και το σώμα της θα γινόταν τροφή των Τρόλοκ. Ίσως ο Σαϊντάρ Χαράν να κρατούσε ένα κομμάτι της για τον εαυτό τον. Ίσως...
Όμως, όχι. Ήξερε πως επρόκειτο να πεθάνει, αλλά αυτός εδώ ο Μυρντράαλ δεν θα έτρωγε ούτε ένα της κοψίδι! Απλώθηκε για να αγκαλιάσει το σαϊντάρ, και τα μάτια της γούρλωσαν. Δεν υπήρχε τίποτα. Τίποτα! Ήταν σαν να την έκοψαν στα δύο. Ήξερε πως δεν ίσχυε κάτι τέτοιο -λέγεται πως ο πόνος από σκίσιμο ήταν ο χειρότερος που μπορούσε να νιώσει κανείς, και μάλιστα χωρίς να υπάρχει κάτι που να μπορεί να τον καταπραΰνει... αλλά...!
Ενώ εκείνη είχε μείνει άναυδη, ο Μυρντράαλ τής άνοιξε το στόμα με το ζόρι, έξυσε με τη λάμα τη γλώσσα της κι έπειτα χάραξε το αντί της. Κατόπιν, καθώς τεντώθηκε κοιτώντας το αίμα και το σάλιο της, η Μογκέντιεν ήξερε τι θα επακολουθήσει προτού ακόμα το πλάσμα βγάλει κάτι που έμοιαζε με μικρό εύθραυστο κλουβί από χρυσαφί σύρμα και κρυστάλλους. Κάποια πράγματα μπορούσαν να συμβούν μόνο εδώ, μερικά μόνο σε όσους είχαν τη δυνατότητα της διαβίβασης, κι η Μογκέντιεν είχε φέρει κάμποσους άντρες και γυναίκες γι' αυτόν τον σκοπό.
«Όχι», είπε ξέπνοα. Τα μάτια της δεν άφηναν το κουρ'σούβρα. «Όχι σε μένα, ΟΧΙ ΣΕ ΜΕΝΑ!»
Αγνοώντας την, ο Σαϊντάρ Χαράν καθάρισε τα υγρά από τη λάμα του μαχαιριού πάνω στο κουρ'σούβρα. Το κρύσταλλο απέκτησε ένα γαλακτώδες ροδαλό χρώμα· αυτό ήταν το πρώτο στάδιο. Τινάζοντας τον καρπό του, πέταξε την παγίδα του νου στη λίμνη με τα λιωμένα πετρώματα· το δεύτερο στάδιο. Το χρυσαφένιο και κρυστάλλινο κλουβί διέγραψε μια τροχιά στον αέρα και σταμάτησε ξαφνικά, αιωρούμενο πάνω από το σημείο που πρέπει να βρισκόταν η Δίοδος, το μέρος όπου το Σχήμα ήταν λεπτότερο.
Η Μογκέντιεν ξέχασε αμέσως τον Μυρντράαλ κι άπλωσε τα χέρια της μπροστά, προς την κατεύθυνση της Διόδου. «Έλεος, Μέγα Άρχοντα!» Δεν είχε προσέξει ποτέ τον Μέγα Άρχοντα τον Σκότους να δείχνει έλεος, αλλά θα ικέτευε με τον ίδιο τρόπο ακόμα κι αν ήταν κλεισμένη σε ένα κλουβί με λυσσασμένους λύκους ή με ένα ντάραθ που άλλαζε δέρμα. Όταν οι συνθήκες το επιβάλλουν, ικετεύεις ακόμα και για το απίθανο. Το κουρ'σούβρα συνέχισε να αιωρείται περιστρεφόμενο αργά γύρω από τον άξονά του, λάμποντας στο φως από τις αναδυόμενες φλόγες. «Σε υπηρέτησα με όλη μου την καρδιά, Μέγα Άρχοντα. Σε ικετεύω να δείξεις έλεος. Σε ικετεύω! ΕΛΕΟΟΟΟΣ!»
ΜΠΟΡΕΙΣ ΆΚΟΜΆ ΝΆ ΜΕ ΥΠΗΡΕΤΗΣΕΙΣ.
Η φωνή τής προκάλεσε μια έκσταση πέρα από κάθε φαντασία, αλλά την ίδια στιγμή η σπινθηροβόλα παγίδα του νου έλαμψε σαν τον ήλιο κι εν μέσω αυτής της μέθης η Μογκέντιεν πόνεσε σαν να είχε βυθιστεί η ίδια στη φλογισμένη λίμνη. Έκσταση και πόνος έγιναν ένα· ούρλιαξε κι άρχισε να συσπάται σαν κάποιο παρανοϊκό πλάσμα, μαστιγώνοντας τον αέρα με τα πόδια της, ενάντια στον ατελείωτο πόνο, μέχρι που της φάνηκε πως πέρασαν Αιώνες κι ό,τι είχε απομείνει ήταν η αγωνία κι η ανάμνηση της αγωνίας. Τελικά, ο μικροσκοπικός οίκτος τον σκοταδιού την κατάπιε.
Η Μογκέντιεν αναδεύτηκε πάνω στο αχυρόστρωμα. Όχι πάλι. Σε παρακαλώ.
Μετά βίας αναγνώρισε τη γυναίκα που μπήκε στη σκηνή όπου την κρατούσαν αιχμάλωτη.
Σε παρακαλώ, ούρλιαζε από τα κατάβαθα του νου της.
Η γυναίκα διαβίβασε για να δημιουργήσει φως, και το μόνο που μπόρεσε να δει η Μογκέντιεν ήταν το φως.