Έτρεμε σε βαθύ λήθαργο, νιώθοντας δονήσεις από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Σε παρακαλώ!
Η γυναίκα συστήθηκε ως Άραν'γκαρ και προσφώνησε τη Μογκέντιεν με το όνομά της, έκανε επίκληση στο Χάσμα του Χαμού και...
«Ξύπνα», είπε μια φωνή σαν σάπιο κόκαλο που θρυμματιζόταν, και τα μάτια της Μογκέντιεν άνοιξαν διάπλατα. Σχεδόν ευχήθηκε να επανέλθει το όνειρο.
Καμία πόρτα ή παράθυρο δεν έσπαγε τη μονοτονία των μουντών πέτρινων τοίχων της μικρής της φυλακής. Πουθενά δεν υπήρχαν λάμπες, ούτε καν δάδες, αλλά από κάπου τρύπωνε φως. Δεν είχε ιδέα πόσες μέρες βρισκόταν εκεί· το μόνο που ήξερε ήταν ότι από κάπου εμφανιζόταν κατά διαστήματα ένα άγευστο φαγητό κι ότι ο μοναδικός κουβάς που χρησίμευε ως αποχέτευση αδειαζόταν σε ακόμα πιο ακανόνιστα διαστήματα, ενώ καμιά φορά τής άφηναν σαπούνι κι έναν κουβά με αρωματισμένο νερό για να πλυθεί. Δεν ήταν σίγουρη αν αυτό ήταν ένδειξη οίκτου ή όχι. Η έντονη κι ευχάριστη συγκίνηση που ένιωθε βλέποντας έναν κουβά νερό τής θύμιζε πόσο χαμηλά είχε πέσει. Ο Σαϊντάρ Χαράν βρισκόταν στο κελί μαζί της τώρα.
Κύλησε βιαστικά από το αχυρόστρωμα, γονάτισε κι ακούμπησε το πρόσωπό της στο γυμνό πέτρινο πάτωμα. Ανέκαθεν έκανε ό,τι θεωρείτο απαραίτητο για να επιβιώσει, κι ο Μυρντράαλ ήταν πολύ ευχαριστημένος που της είχε διδάξει τα αναγκαία. «Σε χαιρετώ γεμάτη ενθουσιασμό, Μια'κόβα». Ο επινοημένος τίτλος έμοιαζε να της καίει τη γλώσσα. Σήμαινε «Αυτός Στον Οποίον Ανήκω» ή, απλούστερα, «Ο Ιδιοκτήτης Μου». Η παράξενη θωράκιση που είχε χρησιμοποιήσει επάνω της ο Σαϊντάρ Χαράν —οι Μυρντράαλ δεν μπορούσαν να το κάνουν, αλλά αυτός τα κατάφερε- δεν φαινόταν να υπάρχει πουθενά· ωστόσο, δεν σκέφτηκε καν να διαβιβάσει. Δεν είχε πια πρόσβαση στην Αληθινή Δύναμη, από την οποία μπορούσες να αντλήσεις μονάχα με τις ευλογίες του Μεγάλου Άρχοντα. Η Πηγή, όμως, εξακολουθούσε να τη βασανίζει, αν κι η λάμψη, λίγο πιο πέρα από το οπτικό της πεδίο, έμοιαζε αλλόκοτη. Εξακολούθησε να μη σκέφτεται τη διαβίβαση. Κάθε φορά που την επισκεπτόταν ο Μυρντράαλ, αυτή τού επεδείκνυε την παγίδα του νου της. Αν επιχειρούσες να διαβιβάσεις τόσο κοντά στο κουρ'σούβρα, το αποτέλεσμα ήταν οδυνηρό. Κι όσο πιο κοντά βρισκόσουν, τόσο πιο οδυνηρό γινόταν. Από τόσο κοντά, το πιθανότερο ήταν ότι δεν θα επιβίωνε ούτε καν από την απλή επαφή με την Πηγή. Κι αυτός ήταν ο μικρότερος από τους κινδύνους της παγίδας του νου.
Ο Σαϊντάρ Χαράν κάγχασε· το γέλιο του είχε τον ανατριχιαστικό ήχο του ξεραμένου, γεμάτου ρωγμές πετσιού. Να κάτι ακόμα που διέφερε στον συγκεκριμένο Μυρντράαλ. Πολύ πιο σκληροί κι απάνθρωποι από τους Τρόλοκ, οι οποίοι απλώς διψούσαν για αίμα, οι Μυρντράαλ ήταν ψυχροί κι απαθείς. Ο Σαϊντάρ Χαράν, ωστόσο, συχνά έδειχνε να το διασκεδάζει. Η Μογκέντιεν ένιωθε τυχερή που το μόνο που της είχε προκαλέσει μέχρι τώρα ήταν μερικοί μώλωπες. Οι περισσότερες γυναίκες θα άγγιζαν πια τα όρια της παραφροσύνης, αν δεν τα είχαν ξεπεράσει ήδη.
«Λαχταράς να υπακούσεις;» τη ρώτησε αυτή η τραχιά, ψιθυριστή φωνή που έμοιαζε να θροΐζει.
«Ναι, λαχταρώ να υπακούσω, Μια'κόβα». Θα έκανε ό,τι ήταν αναγκαίο για να επιβιώσει, αν κι η ανάσα της κόπηκε όταν τα παγερά δάχτυλα μπλέχτηκαν στα μαλλιά της. Ανασηκώθηκε, εν μέρει από μόνη της κι εν μέρει επειδή την τραβούσαν. Αν μη τι άλλο, αυτή τη φορά τα πόδια της παρέμειναν στο δάπεδο. Ο Μυρντράαλ την εξέτασε εντελώς ανέκφραστος. Καθώς θυμόταν παλαιότερες επισκέψεις, χρειάστηκε να συγκρατηθεί για να μη μορφάσει ή να μη βάλει τις φωνές ή, απλώς, να μην επικαλεστεί το σαϊντάρ, βάζοντας ένα τέλος.
«Κλείσε τα μάτια σου», της είπε, «και κράτησέ τα κλειστά μέχρι να σου επιτραπεί να τα ξανανοίξεις».
Η Μογκέντιεν σφάλισε ερμητικά τα μάτια της. Ένα από τα μαθήματα που είχε πάρει από τον Σαϊντάρ Χαράν είχε σχέση με την άμεση υπακοή. Επιπλέον, με τα μάτια κλειστά θα προσπαθούσε να προσποιηθεί ότι βρισκόταν κάπου αλλού. Ό,τι ήταν απαραίτητο για να επιβιώσει, θα το έκανε.
Ξαφνικά, το χέρι που την είχε πιάσει από τα μαλλιά την έσυρε μπροστά, κι η Μογκέντιεν κραύγασε παρά τη θέλησή της. Ο Μυρντράαλ σκόπευε να τη ρίξει πάνω στον τοίχο. Τα χέρια της υψώθηκαν για προστασία κι ο Σαϊντάρ Χαράν την άφησε. Τρίκλισε για δέκα βήματα τουλάχιστον -αν και το κελί της αριθμούσε λιγότερα από τη μια άκρη μέχρι την άλλη. Καπνισμένο ξύλο. Μύρισε αχνά καπνισμένο ξύλο, αλλά εξακολούθησε να έχει τα βλέφαρα σφαλιστά. Μακάρι να κατόρθωνε να τη γλιτώσει με μερικούς μώλωπες μονάχα.
«Μπορείς να ανοίξεις τα μάτια σου τώρα», είπε μια βαθιά φωνή.
Κι η Μογκέντιεν υπάκουσε προσεκτικά. Ο ομιλητής ήταν ένας ψηλός νεαρός με φαρδιούς ώμους, ο οποίος φορούσε μαύρες μπότες, παντελόνι και μια λευκή πουκαμίσα γεμάτη πτυχές, ξεκούμπωτη στο πάνω μέρος. Την παρακολουθούσε με τα έκπληκτα γαλανά του μάτια από μια βαθιά πολυθρόνα με μαξιλαράκια, μπροστά από ένα μαρμάρινο τζάκι, όπου οι φλόγες χόρευαν σε όλο το φάσμα των μακρόστενων κούτσουρων. Η γυναίκα βρισκόταν πλέον σε ένα δωμάτιο επενδυμένο με ξύλο, που θα μπορούσε να ανήκει σε κάποιον πλούσιο έμπορο ή ευγενή της μεσαίας τάξης αυτής της εποχής· τα έπιπλα είχαν διακριτικά σκαλίσματα κι επιστρώσεις από χρυσό και τα χαλιά ήταν κεντημένα με χρυσοκόκκινα αραβουργήματα. Πάντως, δεν αμφέβαλλε ότι βρισκόταν κάπου κοντά στο Σάγιολ Γκουλ. Μια άλλη πιθανότητα ήταν να βρίσκεται στον Τελ'αράν'ριοντ, αλλά δεν υπήρχε αυτή η ατμόσφαιρα. Έστριψε βιαστικά το κεφάλι της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο Μυρντράαλ δεν φαινόταν πουθενά. Τα σφικτά λουριά του κουάντε γύρω από το στήθος της έμοιαζαν να έχουν χαθεί.