«Πέρασες καλά στο κενοτόπιο;»
Η Μογκέντιεν ένιωσε παγερά δάχτυλα να χώνονται στο κρανίο της. Δεν ήταν ούτε ερευνήτρια ούτε κατασκευάστρια, αλλά γνώριζε αυτήν τη λέξη. Ούτε καν σκέφτηκε να ρωτήσει πώς ήταν δυνατόν να τη γνωρίζει κι ένας νεαρός αυτής της εποχής. Κάποιες φορές δημιουργούνταν φυσαλίδες στο Σχήμα, αν και μερικοί, όπως η Μεσάνα, έλεγαν ότι αυτή η εξήγηση ήταν πολύ απλοϊκή. Αν ήξερες τον τρόπο, μπορούσες να έχεις πρόσβαση στα κενοτόπια και να τα χειραγωγήσεις όπως τον υπόλοιπο κόσμο· οι ερευνητές είχαν διεξαγάγει σημαντικά πειράματα με τα κενοτόπια, έτσι είχε ακούσει απ' όσο θυμόταν αόριστα. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτά βρίσκονταν εκτός Σχήματος και μερικές φορές έπαυαν να λειτουργούν ή, σε άλλες περιπτώσεις, αποσπώνταν κι εξαφανίζονταν. Ακόμα κι η Μεσάνα δεν μπορούσε να πει με σιγουριά τι συνέβαινε· μόνο πως οτιδήποτε μέσα τους έμοιαζε να έχει χαθεί για πάντα.
«Πόση ώρα;» Ξαφνιάστηκε που η φωνή της ήταν τόσο σταθερή. Περπατούσε γύρω από τον νεαρό άντρα, δείχνοντάς του τα κατάλευκα δόντια της. «Ρώτησα πόση ώρα. Ή μήπως δεν ξέρεις;»
«Σε είδα να καταφθάνεις...» Έκανε μια παύση, ανασηκώνοντας ένα ασημένιο ποτήρι από το τραπεζάκι δίπλα στην πολυθρόνα, με τα μάτια του να της χαμογελούν πάνω από το χείλος της κούπας καθώς έπινε μια γουλιά, «...προχθές το βράδυ».
Δεν μπόρεσε να κρύψει ένα ξεφύσημα ανακούφισης. Ο μόνος λόγος για τον οποίο θα επιθυμούσε κάποιος να μπει σε ένα κενοτόπιο ήταν ότι ο χρόνος εκεί κυλούσε διαφορετικά· κάποιες φορές βραδύτερα, κάποιες ταχύτερα και κάποιες άλλες πολύ ταχύτερα. Δεν θα εκπλησσόταν, αν μάθαινε πως ο Μέγας Άρχοντας την είχε φυλακισμένη εκατό ή χίλια χρόνια, με σκοπό να αναδυθεί σε έναν κόσμο ήδη δικό του, όπου θα έπρεπε να επιβιώσει τρεφόμενη με πτώματα, ενώ οι υπόλοιποι Εκλεκτοί θα είχαν κατακτήσει την κορυφή. Εξακολουθούσε να είναι μια Εκλεκτή, σύμφωνα με τη δική της κρίση τουλάχιστον. Μέχρις ότου ο ίδιος ο Μέγας Άρχοντας να έλεγε το αντίθετο. Δεν είχε ακούσει ποτέ για κάποιον που κατάφερε να ελευθερωθεί από τη στιγμή που πιάστηκε σε μια παγίδα του νου, αλλά η ίδια θα έβρισκε έναν τρόπο. Για τους επιφυλακτικούς πάντα υπήρχε τρόπος, ενώ όσοι αποκαλούσαν την επιφύλαξη δειλία συνήθως αποτύγχαναν. Είχε φέρει κι η ίδια μερικούς από τους αυτοαποκαλούμενους «γενναίους» στο Σάγιολ Γκουλ για να τα βάλουν με το κουρ'σούβρα.
Σκέφτηκε ξαφνικά πως αυτός ο τύπος γνώριζε κάμποσα πράγματα για Σκοτεινόφιλος, δεδομένου μάλιστα πως δεν πρέπει να ήταν πολύ μεγαλύτερος από είκοσι ετών. Ανέβασε το ένα του πόδι στο μπράτσο της πολυθρόνας, ραχατεύοντας με θρασύτητα κάτω από το εξεταστικό της βλέμμα. Η Γκρένταλ πιθανότατα θα τον άρπαζε σε περίπτωση που είχε κάποια εξουσία ή δύναμη. Με εξαίρεση το υπερβολικά θεληματικό του πηγούνι, ήταν αρκετά όμορφος. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε δει τόσο γαλανά μάτια. Αντιμετωπίζοντας καταπρόσωπο τη θρασύτητα αυτού του νεαρού κι αναλογιζόμενη τόσο τα πρόσφατα βάσανά της στα χέρια του Σαϊντάρ Χαράν, με την Πηγή σε απόσταση αναπνοής και τον Μυρντράαλ φευγάτο, σκέφτηκε πως καλό θα ήταν να δώσει ένα σκληρό μάθημα σε αυτόν τον νεαρό Σκοτεινόφιλο. Το γεγονός ότι τα ρούχα της ήταν λεκιασμένα και βρώμικα λειτουργούσε υπέρ της· η ίδια απέπνεε μια αχνή οσμή από το μυρωδάτο νερό με το οποίο είχε πλυθεί, αλλά δεν διέθετε κανέναν τρόπο να καθαρίσει το τραχύ μάλλινο ύφασμα που είχε κρύψει την Εγκουέν αλ'Βέρ, με τα ξέφτια από το ταξίδι της να βρίσκονται μέσα στο Χάσμα. Η σύνεση επικράτησε σε έναν βαθμό, κι η Μογκέντιεν σκέφτηκε πως το δωμάτιο αυτό μάλλον βρισκόταν κοντά στο Σάγιολ Γκουλ.
«Πώς σε λένε;» ρώτησε τον νεαρό απαιτητικά. «Έχεις την παραμικρή ιδέα σε ποια απευθύνεις τον λόγο;»
«Φυσικά, Μογκέντιεν. Μπορείς να με αποκαλείς Μοριντίν».
Η Μογκέντιεν έμεινε άφωνη, μα όχι εξαιτίας του ονόματος. Οποιοσδήποτε ηλίθιος μπορούσε να αυτοαποκαλείται Θάνατος. Όμως ένα μικροσκοπικό μαύρο στίγμα, ελάχιστα ορατό, κύλησε κατά μήκος τού ενός γαλάζιου ματιού και, σε ευθεία πορεία, κατά μήκος του άλλου. Αυτός ο Μοριντίν είχε πάρε δώσε με την Αληθινή Δύναμη, κι όχι μία φορά. Πολύ περισσότερες... Η Μογκέντιεν γνώριζε πως μερικοί άντρες με την ικανότητα της διαβίβασης, πέραν του αλ'Θόρ, είχαν επιζήσει σε αυτούς τους καιρούς —ο τύπος ήταν περίπου στο μπόι του αλ'Θόρ— αλλά δεν περίμενε πως ο Μέγας Άρχοντας θα έκανε τιμητική διάκριση σε κάποιον από αυτούς. Μια διάκριση που είχε το δόλωμα της, όπως ήξερε καλά κάθε Εκλεκτός. Σε γενικές γραμμές, η Αληθινή Δύναμη ήταν πολύ πιο εθιστική από τη Μία Δύναμή· ίσως μια δυνατή θέληση να μην υπέκυπτε στη λαχτάρα να αντλήσει περισσότερο σαϊντάρ ή σαϊντίν, αλλά αμφέβαλλε κατά πόσον αυτή η ίδια ισχυρή θέληση θα μπορούσε να αντισταθεί στην Αληθινή Δύναμη, από τη στιγμή που το σάα έκανε την εμφάνισή του. Το τελικό τίμημα ήταν διαφορετικό αλλά διόλου λιγότερο τρομερό.