«Η διάκριση που έχεις λάβει είναι σπουδαιότερη απ’ όσο νομίζεις», του είπε. Λες και το βρωμερό της φόρεμα ήταν φτιαγμένο από το καλύτερο στριθ, κάθισε στο μπράτσο της πολυθρόνας αντικριστά του. «Φέρε μου λίγο από αυτό το κρασί και θα σου τα πω όλα. Μονάχα είκοσι εννέα είχαν την τιμή να...»
Προς μεγάλη της έκπληξη, ο νεαρός γέλασε. «Το παρεξήγησες, Μογκέντιεν. Εξακολουθείς να υπηρετείς τον Μέγα Άρχοντα, αλλά όχι όπως πριν. Ο καιρός που έπαιζες τα παιχνίδια σου έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αν δεν είχες καταφέρει κάτι καλό μέχρι τώρα ακόμη κι εντελώς τυχαία, θα ήσουν νεκρή».
«Είμαι μία από τους Εκλεκτούς, νεαρέ», του είπε, κι η οργή που έκαιγε μέσα της ξεπερνούσε την επιφύλαξη. Ορθώθηκε και τον κοίταξε καταπρόσωπο, κατέχοντας όλη τη γνώση μίας Εποχής που έκανε τη δική του να μοιάζει με τις μέρες που πρωτοφτιάχτηκε η λάσπη. Σε όση γνώση, τουλάχιστον, είχε πρόσβαση, αν και σε μερικούς τομείς, όπως η Μία Δύναμη, κανείς δεν της παράβγαινε. Αγκάλιασε σχεδόν την Πηγή, ανεξάρτητα από το πόσο κοντά βρισκόταν το Σάγιολ Γκουλ. «Πιθανότατα, η μάνα σου χρησιμοποιούσε το όνομά μου για να σε τρομάξει μόλις πριν από λίγα χρόνια. Πρέπει να ξέρεις, όμως, πως ώριμοι άντρες, οι οποίοι θα σε τσάκιζαν σε δευτερόλεπτα, ιδροκοπούσαν μόλις το άκουγαν. Να προσέχεις πώς μου μιλάς!»
Ο νεαρός άπλωσε το χέρι του στον ανοιχτό λαιμό της πουκαμίσας του κι η γλώσσα της Μογκέντιεν κόλλησε στον ουρανίσκο της. Όταν το τράβηξε έξω, η ματιά της καρφώθηκε στο μικρό κλουβί από χρυσαφί σύρμα κι αιμάτινο κρύσταλλο που κρεμόταν από ένα κορδόνι. Σκέφτηκε αόριστα πως τοποθέτησε πίσω άλλον έναν, όμοιο με αυτόν, αλλά είχε μάτια μόνο για τον δικό της. Σίγουρα ήταν ο δικός της. Ο νεαρός τον χάιδεψε με το χέρι του κι η Μογκέντιεν αισθάνθηκε το χάδι μέσα στο μυαλό της, μέσα στην ίδια της την ψυχή. Αν ήθελε να σπάσει μια παγίδα του νου, δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει πολύ μεγαλύτερη δύναμη από αυτήν που χρησιμοποιούσε τώρα. Η γυναίκα θα βρισκόταν στην άλλη μεριά του κόσμου -ή ακόμη πιο μακριά- και δεν θα είχε την παραμικρή σημασία. Το κομμάτι που ανήκε στον εαυτό της θα διαχωριζόταν. Θα εξακολουθούσε να βλέπει με τα μάτια της και να ακούει με τα αυτιά της, να γεύεται ό,τι βρισκόταν πάνω στη γλώσσα της και να νιώθει ό,τι την άγγιζε, αλλά θα ήταν ανίσχυρη σαν αυτόματο, απόλυτα πειθήνια σε οποιονδήποτε κρατούσε το κουρ'σούβρα. Ασχέτως του αν υπήρχε τρόπος να ελευθερωθεί από κάτι τέτοιο, η παγίδα του νου ήταν αυτό ακριβώς που υπονοούσε το όνομά της. Αισθάνθηκε το αίμα να στραγγίζεται από το πρόσωπό της.
«Μήπως τώρα κατάλαβες;» τη ρώτησε ο νεαρός. «Εξακολουθείς να υπηρετείς τον Μέγα Άρχοντα, αλλά κάνοντας μονάχα αυτά που σου λέω εγώ».
«Κατάλαβα, Μία'κόβα», απάντησε σαν αυτόματο η Μογκέντιεν.
Ο νεαρός γέλασε ξανά, με ένα γέλιο πλούσιο, βαθύ και περιπαικτικό, καθώς τοποθετούσε την παγίδα του νου μέσα από την πουκαμίσα του. «Τώρα που πήρες το μάθημά σου, δεν την έχουμε ανάγκη. Θα σε λέω Μογκέντιεν κι εσύ θα με αποκαλείς Μοριντίν. Εξακολουθείς να ανήκεις στους Εκλεκτούς. Εξάλλου, ποιος να σε αντικαταστήσει;»
«Φυσικά, Μοριντίν», αποκρίθηκε η γυναίκα άτονα. Ό,τι και να της έλεγε, εκείνη είχε συνειδητοποιήσει πως ήταν κτήμα κάποιου.
26
Τα Αμετάκλητα Λόγια
Η Μοργκέις ήταν ξύπνια, ατενίζοντας την οροφή μέσα από τη μουντάδα του φεγγαρόφωτου, και προσπαθούσε να σκεφτεί την κόρη της. Είχε σκεπαστεί με ένα ωχρό λινό σεντόνι και, παρά τη ζέστη, ίδρωνε μέσα σε μια χοντρή μάλλινη νυχτικιά, δεμένη σφικτά μέχρι τον λαιμό. Ο ιδρώτας δεν είχε πολλή σημασία· ανεξάρτητα από το πόσες φορές έκανε μπάνιο και πόσο ζεστό ήταν το νερό, δεν έπαψε στιγμή να αισθάνεται βρώμικη. Η Ηλαίην πρέπει να είναι ασφαλής στον Λευκό Πύργο. Μερικές φορές, έμοιαζαν να έχουν περάσει χρόνια από τότε που κατάφερε τελικά να εμπιστευθεί μια Άες Σεντάι, ωστόσο, παρά το περίεργο του πράγματος, ο Πύργος ήταν το ασφαλέστερο μέρος για την Ηλαίην. Πάσχισε να σκεφτεί τον Γκάγουιν· θα πρέπει να ήταν στην Ταρ Βάλον μαζί με την αδελφή του, γεμάτος καμάρι γι' αυτήν, λαχταρώντας να γίνει ο προστάτης της σε περίπτωση που χρειαζόταν κάποιον -και προστάτης του Γκάλαντ. Για ποιον λόγο δεν την άφηναν να τον δει; Τον αγαπούσε σαν να τον είχε γεννήσει η ίδια και, κατά πολλούς τρόπους, τον χρειαζόταν περισσότερο από τους άλλους δύο. Προσπάθησε να τους σκεφτεί, αλλά ήταν δύσκολο να σκεφτεί οτιδήποτε εκτός από... Τα γουρλωμένα μάτια ατένιζαν το σκοτάδι, λαμποκοπώντας από δάκρυα που δεν χύθηκαν ποτέ.