Выбрать главу

Ανέκαθεν πίστευε πως ήταν αρκετά θαρραλέα για να κάνει ό,τι θεωρείτο απαραίτητο και να αντιμετωπίσει με επιτυχία οποιαδήποτε κατάσταση. Ανέκαθεν πίστευε πως μπορούσε να μάθει από τα λάθη της και να συνεχίσει να μάχεται. Όμως μέσα σε μία ώρα η οποία είχε διαρκέσει έναν αιώνα, χωρίς να της αφήσει τίποτα περισσότερο από μερικές μελανιές που ξεθώριαζαν σιγά-σιγά, ο Ράνταμ Ασουνάγουα της είχε δώσει ένα διαφορετικό μάθημα. Ο Ήμον Βάλντα είχε συμπληρώσει την εκπαίδευσή της με μια ερώτηση μόνο. Η μελανιά που η απάντησή της είχε αφήσει στην καρδιά της δεν είχε ξεθωριάσει. Θα έπρεπε να πάει η ίδια πίσω, στον Ασουνάγουα, και να του πει να κάνει τα χειρότερα. Θα έπρεπε... Ευχήθηκε να ήταν ασφαλής η Ηλαίην. Δεν ήταν δίκαιο, βέβαια, να σκέφτεται περισσότερο την Ηλαίην από τον Γκάλαντ ή από τον Γκάγουιν, αλλά εκείνη θα ήταν η επόμενη Βασίλισσα του Άντορ. Ο Πύργος δεν θα έχανε την ευκαιρία να τοποθετήσει μια Άες Σεντάι στον Θρόνο του Λιονταριού. Μακάρι να μπορούσε να ξαναδεί την Ηλαίην, να ξαναδεί όλα της τα παιδιά.

Κάτι θρόισε στο σκοτεινό υπνοδωμάτιο κι η γυναίκα κράτησε την αναπνοή της, σε μια προσπάθεια να μην αρχίσει να τρέμει. Το αχνό σεληνόφως μόλις που τη βοηθούσε να διακρίνει τους στύλους του κρεβατιού. Ο Βάλντα είχε τραβήξει βόρεια του Άμαντορ από χτες, μαζί με τον Ασουνάγουα και χιλιάδες Λευκομανδίτες, για να αντιμετωπίσει τον Προφήτη, αλλά, αν είχε επιστρέψει...

Η μορφή στο σκοτάδι μετατράπηκε σε γυναίκα, αρκετά κοντή για να είναι η Λίνι. «Σκέφτηκα πως θα ήσουν ξύπνια», ακούστηκε η απαλή φωνή της Μπριάνε. «Πιες αυτό, θα σε βοηθήσει». Η Καιρχινή προσπάθησε να βάλει στο χέρι της Μοργκέις μία ασημένια κούπα. Ανέδιδε μια ελαφρώς ξινή μυρωδιά.

«Να περιμένεις μέχρι να σου πουν να μου φέρεις κάτι να πιω», της είπε απότομα, σπρώχνοντας μακριά την κούπα. Ζεστό υγρό πιτσίλισε τα χέρια της και το λινό σεντόνι. «Και να περπατάς πιο ελαφριά! Κοιμόμουν και με ξύπνησες», της είπε ψέματα. «Άσε με ήσυχη!»

Αντί να υπακούσει, η γυναίκα κάθισε και την κοίταζε με πρόσωπο σκοτεινιασμένο. Η Μοργκέις δεν συμπαθούσε και πολύ την Μπριάνε Τάμποργουιν. Είτε η Μπριάνε ήταν μία ξεπεσμένη ευγενούς καταγωγής, όπως ισχυριζόταν ενίοτε, είτε απλώς μία υπηρέτρια μαθημένη να υποκρίνεται στους ανώτερους της, υπάκουε αν κι όποτε ήθελε, αφήνοντας πολλές φορές τη γλώσσα της να προτρέχει· το αποδείκνυε τώρα η ίδια.

«Βελάζεις σαν πρόβατο, Μοργκέις Τράκαντ». Παρ' ότι μιλούσε χαμηλόφωνα, ο τόνος της φανέρωνε θυμό. Άφησε με έναν απότομο γδούπο την κούπα στο μικρό κομοδίνο, σκορπίζοντας στην επιφάνειά του ακόμα λίγο από το περιεχόμενό της. «Δεν βαριέσαι! Άλλοι έχουν δει και χειρότερα. Είσαι ζωντανή. Δεν έχεις σπάσει κανένα κόκαλο και τα έχεις τετρακόσια. Αντέχεις. Άσε πίσω σου το παρελθόν και συνέχισε να ζεις τη ζωή σου. Έκανες τόσο ακραία πράγματα που οι άντρες ωχριούν μπροστά σου, ακόμα κι ο Αφέντης Γκιλ. Ο Λάμγκουιν δεν έχει κλείσει μάτι εδώ και τρεις νύχτες».

Η Μοργκέις ένιωσε πολύ ενοχλημένη. Ούτε στο Άντορ δεν μιλούσαν τόσο πολύ οι υπηρέτες. Έπιασε με μια σφικτή λαβή το μπράτσο της γυναίκας, αλλά το άγχος πάλευε μέσα της με τη δυσαρέσκεια. «Δεν ξέρουν τίποτα, έτσι;» Αν ήξεραν, θα προσπαθούσαν να πάρουν εκδίκηση εκ μέρους της, να τη σώσουν. Θα πέθαιναν, κι ο Τάλανβορ θα πέθαινε μαζί τους.

«Η Λίνι κι εγώ τους αποπροσανατολίσαμε. Για σένα το κάναμε», είπε σαρκαστικά η Μπριάνε, αποτραβώντας το χέρι της και τινάζοντάς το ξανά προς το μέρος της. «Αν μπορούσα να σώσω τον Λάμγκουιν, θα τους πληροφορούσα πόσο πρόβατο είσαι καταβάθος. Αυτός βλέπει το Φως ενσαρκωμένο σε σένα, ενώ εγώ βλέπω μια γυναίκα δίχως θέληση και τσαγανό. Δεν θα σε αφήσω να τον καταστρέψεις με τη δειλία σου».

Δειλία. Η Μοργκέις ένιωσε την οργή της να φουντώνει, αλλά δεν είπε λέξη. Τα δάχτυλά της έσφιξαν το σεντόνι. Δεν ήταν εύκολο να αποφασίσει εν ψυχρώ να πει ψέματα στον Βάλντα, αλλά, αν το έκανε, θα ζούσε με αυτή την επίγνωση. Έτσι νόμιζε, τουλάχιστον. Ήταν εντελώς διαφορετικό θέμα να έλεγε «ναι», επειδή φοβόταν να έρθει αντιμέτωπη με τη σκληράδα του Ασουνάγουα, κι εννοείται πως φοβόταν μήπως έκανε τα πράγματα χειρότερα. Όσο κι αν είχε ουρλιάξει με την «αρωγή» του Ασουνάγουα, ο Βάλντα ήταν αυτός που της είχε αποκαλύψει τα όρια του θάρρους της, τα οποία ήταν κατά πολύ μικρότερα απ' όσο πίστευε. Το άγγιγμα του Βάλντα, το ίδιο του το κρεβάτι, θα ξεχνιόταν εν καιρώ, αλλά θα ήταν πολύ δύσκολο να ξεπλύνει την ντροπή αυτού του «ναι» που θα ξέφευγε από τα χείλη της. Η Μπριάνε τής είχε πετάξει την αλήθεια κατάμουτρα, και δεν είχε ιδέα πώς έπρεπε να απαντήσει.