Ο χαρακτηριστικός ήχος βιαστικών βημάτων στο εξωτερικό δωμάτιο την έβγαλε από τη δύσκολη θέση. Η πόρτα του υπνοδωματίου άνοιξε απότομα κι ένας βιαστικός άντρας πέρασε μέσα.
«Α, ξύπνια είσαι. Ωραία», ακούστηκε η φωνή του Τάλανβορ έπειτα από μια στιγμή. Ανάσανε ανακουφισμένη κι η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πάλι κανονικά. Προσπάθησε να ελευθερώσει το χέρι της Μπριάνε —ούτε καν θυμόταν πότε το είχε αδράξει- αλλά, προς μεγάλη της έκπληξη, η γυναίκα πίεσε το δικό της προτού το ελευθερώσει.
«Κάτι τρέχει», συνέχισε ο Τάλανβορ, δρασκελίζοντας μέχρι το μοναδικό παράθυρο. Στάθηκε στη μια πλευρά, λες και δεν ήθελε να τον δουν, και κοίταξε μέσα στη νυχτιά. Το σεληνόφως τόνιζε το περίγραμμα της ψηλής του φιγούρας. «Πες μας τι είδες, Αφέντη Γκιλ».
Ένα κεφάλι φάνηκε στην είσοδο και μια φαλάκρα έλαμψε στο σκοτάδι. Πιο πίσω, στο άλλο δωμάτιο, μια ογκώδης σκιά κινήθηκε. Ο Λάμγκουιν Ντορν. Όταν ο Μπέηζελ Γκιλ κατάλαβε πως η Μοργκέις ήταν ακόμα στο κρεβάτι, η αχνή λάμψη από την καράφλα του μετακινήθηκε καθώς έστρεψε το βλέμμα του αλλού, αν και πιθανότατα δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα περισσότερο από το κρεβάτι. Ο Αφέντης Γκιλ ήταν πιο πλατύστερνος από τον Λάμγκουιν, αλλά όχι τόσο ψηλός. «Συγχώρεσέ με, Βασίλισσά μου. Δεν ήθελα να...» Καθάρισε τον λαιμό του ηχηρά κι οι μπότες του έξυσαν το πάτωμα καθώς μετακινήθηκε. Αν είχε σκούφο, θα τον στριφογύριζε στα χέρια του ή θα προσπαθούσε να τον κρύψει γεμάτος νευρικότητα. «Βρισκόμουν στον Μακρύ Διάδρομο και πήγαινα στο... στο...» Στο αποχωρητήριο, ήθελε να πει. «Εν πάση περιπτώσει, έριξα μια ματιά από ένα παράθυρο κι είδα ένα... ένα μεγάλο πουλί, νομίζω... που προσγειώθηκε στην κορυφή του Νότιου Στρατώνα».
«Πουλί!» Η ψιλή φωνή της Λίνι έκανε τον Αφέντη Γκιλ να αναπηδήσει, ελευθερώνοντας έτσι την είσοδο που είχε κλείσει με τον όγκο του. Ίσως, όμως, να έφταιγε και κάποια δυνατή σκουντιά στα σθεναρά του πλευρά. Συνήθως, η Λίνι εκμεταλλευόταν κάθε πλεονέκτημα που της έδιναν τα γκρίζα της μαλλιά. Τον προσπέρασε, φορώντας ακόμα τη νυχτικιά της. «Ανόητοι! Χοντροκέφαλοι μπουνταλάδες! Ξυπνήσατε τη...!» Δεν αποτελείωσε την πρότασή της εξαιτίας ενός παροξυσμού βήχα. Η Λίνι δεν ξεχνούσε ποτέ πως ήταν η τροφός της Μοργκέις, όπως και της μάνας της επίσης, αλλά ποτέ δεν έκανε γκάφα μπροστά σε άλλους. Τώρα, όμως, ήταν σίγουρη πως αυτό είχε συμβεί κι ήταν φανερό στη φωνή της. «Ξυπνήσατε τη Βασίλισσά σας, επειδή είδατε ένα πουλί;» Τακτοποιώντας το διχτάκι στα μαλλιά της, έσιαξε μερικές πλεξούδες που είχαν ξεφύγει κατά τη διάρκεια του ύπνου. «Πάλι έπινες, Μπέηζελ Γκιλ;» Το ίδιο είχε αναρωτηθεί κι η Μοργκέις.
«Δεν ξέρω αν ήταν πουλί», διαμαρτυρήθηκε ο Αφέντης Γκιλ. «Δεν έμοιαζε με γνωστό πουλί, αλλά τι άλλο πετάει εκτός από τις νυχτερίδες; Ήταν μεγάλο. Μερικοί άντρες ξεπέζεψαν από τη ράχη του, ενώ υπήρχε άλλος ένας στον λαιμό του όταν απογειώθηκε ξανά. Κι ενώ εγώ χαστούκιζα τη μούρη μου για να καταλάβω αν ονειρεύομαι, άλλο ένα από αυτά τα... πλάσματα... προσγειώθηκε κι άλλοι τόσοι άντρες ξεπέζεψαν, κι έπειτα άλλο ένα, μέχρι που αποφάσισα πως καλό θα ήταν να το αναφέρω στον Άρχοντα Τάλανβορ». Η Λίνι ούτε καν ρουθούνισε περιφρονητικά, αλλά η Μοργκέις αισθάνθηκε σχεδόν το βλέμμα της, το οποίο φυσικά δεν ήταν στραμμένο επάνω της. Το ίδιο αισθάνθηκε κι ο άντρας που είχε εγκαταλείψει το πανδοχείο του για να την ακολουθήσει. «Αυτή είναι η αλήθεια του Φωτός, Βασίλισσά μου», επέμεινε.
«Μα το Φως!» είπε ο Τάλανβορ σαν ηχώ. «Μόλις... Μόλις προσγειώθηκε κάτι στην κορυφή του Νότιου Στρατώνα». Η Μοργκέις πρώτη φορά τον άκουγε τόσο αναστατωμένο. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν να φύγουν όλοι και να την αφήσουν ήσυχη στη δυστυχία της, αλλά κάτι τέτοιο ήταν μάλλον απίθανο. Από πολλές απόψεις, ο Τάλανβορ ήταν χειρότερος από την Μπριάνε. Πολύ χειρότερος.
«Τον χιτώνα μου», είπε και για πρώτη φορά η Μπριάνε έσπευσε να της τον δώσει. Ο Αφέντης Γκιλ έστρεψε τη ματιά του βιαστικά προς τον τοίχο, καθώς η γυναίκα σηκώθηκε από το κρεβάτι για να φορέσει τον μεταξένιο χιτώνα.