Выбрать главу

Δένοντας τη φαρδιά ζώνη, κατευθύνθηκε στο παράθυρο. Τα μακρόστενα κτήρια του Νότιου Στρατώνα δέσποζαν στο μήκος της ευρύχωρης αυλής, τέσσερις ογκώδεις όροφοι επίπεδης μαύρης πέτρας. Κανένα φως δεν φαινόταν, ούτε εκεί ούτε πουθενά αλλού στο Φρούριο. Παντού ακινησία και σιγαλιά. «Δεν βλέπω τίποτα, Τάλανβορ».

Ο άντρας την τράβηξε λίγο προς τα πίσω. «Παρακολούθησε», της είπε.

Υπό άλλες συνθήκες, θα λυπόταν που το χέρι του άφησε τον ώμο της και θα νευρίαζε, τόσο με την αντίδρασή της, όσο και με τον τόνο της φωνής του. Τώρα, όμως, ύστερα από την εμπειρία με τον Βάλντα, αισθανόταν ανακούφιση, αλλά και κάποια οργή εξαιτίας αυτής της ανακούφισης. Αυτός ο άντρας ήταν υπερβολικά αναιδής, υπερβολικά πεισματάρης και νέος, όχι πολύ μεγαλύτερος του Γκάλαντ.

Οι σκιές κινούνταν ταυτόχρονα με τη σελήνη, μα τίποτε άλλο δεν σάλευε. Μακριά, στην πόλη του Άμαντορ, ένα σκυλί γάβγιζε και κάμποσα άλλα ανταποκρίθηκαν στο γάβγισμά του. Κι ύστερα, ενώ ήταν έτοιμη να διώξει τον Τάλανβορ κι όλους τους υπόλοιπους, το σκοτάδι πάνω από τους στρατώνες φάνηκε να διογκώνεται και να τινάζεται από την οροφή.

Ο Τάλανβορ το είχε περιγράψει ως «κάτι», κι η Μοργκέις δεν πίστευε πως θα έβρισκε πιο ταιριαστό χαρακτηρισμό. Είχε την εντύπωση ενός μακρόστενου κορμιού, ογκωδέστερου από το ύψος οποιουδήποτε άντρα. Τεράστιες ραβδωτές φτερούγες σαν της νυχτερίδας, που εξείχαν από τα πλευρά του, ανέμισαν, καθώς το πλάσμα ξεχύθηκε προς τον αυλόγυρο. Μια φιγούρα που έμοιαζε με άντρα ήταν καθισμένη πίσω από έναν ελικοειδή λαιμό. Και τότε, οι φτερούγες αναδεύτηκαν κι αυτό το... κάτι... ανυψώθηκε, περνώντας μπροστά από το φως του φεγγαριού, καθώς πετούσε πάνω από το κεφάλι της, με τη μακρόστενη και λεπτή του ουρά να ανεμίζει.

Η Μοργκέις έκλεισε το στόμα της αργά. Η πρώτη σκέψη που ξεπήδησε στο μυαλό της ήταν ότι επρόκειτο για Σκιογέννημα. Οι Τρόλοκ κι οι Μυρντράαλ δεν ήταν τα μοναδικά πλάσματα που είχε στρεβλώσει η Σκιά στη Μάστιγα. Ποτέ της δεν είχε διδαχθεί κάτι παρόμοιο, αλλά οι διδάσκαλοι της στον Πύργο έλεγαν πως εκεί ζούσαν διάφορα πλάσματα που, όσοι τα είχαν δει ολοκάθαρα, δεν έζησαν για να τα περιγράψουν. Ωστόσο, πώς ήταν δυνατόν να βρίσκονται τόσο νότια;

Ξαφνικά, μια αστραπή έλαμψε κι ένας κρότος ακούστηκε από την κατεύθυνση της κεντρικής πύλης, ο οποίος επαναλήφθηκε σε δύο ακόμα σημεία κατά μήκος του μεγάλου εξωτερικού τείχους. Κι εκεί υπήρχαν πύλες, έτσι πίστευε.

«Τι στο Χάσμα του Χαμού ήταν αυτό;» μουρμούρισε ο Τάλανβορ στη σύντομη σιωπή που ακολούθησε, προτού τα γκονγκ του συναγερμού αρχίσουν να αντηχούν μέσα στο σκοτάδι. Κραυγές ακούστηκαν, ουρλιαχτά και βραχνές φωνές, σαν να προέρχονταν από κάποιο κέρας. Φλόγες ξεπήδησαν και μπουμπουνητά ακούστηκαν, και τα φαινόμενα επαναλήφθηκαν σε κάποια άλλη μεριά.

«Η Μία Δύναμη», είπε η Μοργκέις κοντανασαίνοντας. Μπορεί να μην είχε τη δυνατότητα να διαβιβάσει, αλλά ήταν σίγουρη για τα λόγια της. Οποιαδήποτε σκέψη που αφορούσε στους Σκιογέννητους έφυγε από το μυαλό της. «Θα... Θα πρέπει να είναι οι Άες Σεντάι». Άκουσε την κοφτή ανάσα κάποιου πίσω της· μάλλον της Λίνι ή της Μπριάνε. «Άες Σεντάι», μουρμούρισε αλαφιασμένος ο Μπέηζελ Γκιλ κι ο Λάμγκουιν ανταπάντησε κάτι, τόσο χαμηλόφωνα ώστε η Μοργκέις δεν άκουσε τίποτα. Κάπου πιο πέρα, στο σκοτάδι, ακούστηκε κλαγγή μετάλλου πάνω σε μέταλλο· φωτιές βρυχώνταν κι αστραπές αυλάκωναν τον ασυννέφιαστο ουρανό. Μέσα σε όλον αυτόν τον ορυμαγδό, ακούστηκαν αχνά να χτυπούν οι καμπάνες του συναγερμού από τη μεριά της πόλης, αλλά, περιέργως, έμοιαζαν να είναι ελάχιστες.

«Άες Σεντάι». Η αμφιβολία ήταν έκδηλη στη φωνή του Τάλανβορ. «Για ποιον λόγο το κάνουν τώρα; Για να σε ελευθερώσουν, Μοργκέις; Νόμιζα πως δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη Δύναμη εναντίον αντρών, παρά μόνο εναντίον των Σκιογέννητων. Επιπλέον, αν αυτό το φτερωτό πλάσμα δεν ήταν Σκιογέννημα, δεν πρόκειται να δω ποτέ κανένα».

«Ούτε ξέρεις τι λες!» του αποκρίθηκε η Μοργκέις, αντιμετωπίζοντάς τον με έκδηλο θυμό. «Θα-!» Το βέλος μιας βαλλίστρας συγκρούστηκε με δύναμη πάνω στο πλαίσιο του παραθύρου, σκορπίζοντας παντού πέτρινες σχίζες. Ο αέρας αναδεύτηκε μπροστά στο πρόσωπό της, καθώς το βέλος εξοστρακίστηκε και καρφώθηκε με έναν πνιχτό ήχο σε ένα από τα στηρίγματα του κρεβατιού. Λίγες ίντσες δεξιά, κι όλα της τα προβλήματα θα έπαιρναν τέλος.

Η γυναίκα δεν κινήθηκε κι ο Τάλανβορ την απομάκρυνε από το παράθυρο, βλαστημώντας. Ακόμα και κάτω από το φως του φεγγαριού μπορούσε να διακρίνει το βλοσυρό του βλέμμα καθώς την κοίταζε εξεταστικά. Για μια στιγμή, πίστεψε πως θα την άγγιζε στο πρόσωπο. Δεν είχε ιδέα πώς θα αντιδρούσε, αν έκανε κάτι τέτοιο. Ίσως να ξεσπούσε σε κλάματα ή σε ουρλιαχτά, ίσως να τον διέταζε να την αφήσει για πάντα, ίσως πάλι...