Αντί για όλα αυτά, όμως, είπε: «Το πιθανότερο είναι πως πρόκειται γι’ αυτούς τους άντρες, τους Σάμιν, ή όπως, τέλος πάντων, αυτοαποκαλούνται». Ο Τάλανβορ επέμενε να αποδέχεται τις παράξενες κι απίθανες ιστορίες που είχαν διαδοθεί ακόμα κι εντός του Φρουρίου. «Νομίζω πως μπορώ να σε βγάλω έξω, και μάλιστα τώρα αμέσως. Θα επικρατεί χάος παντού. Έλα μαζί μου».
Δεν τον διόρθωσε. Ελάχιστοι γνώριζαν κάτι σχετικά με τη Μία Δύναμη, πόσω μάλλον για τη διαφορά μεταξύ του σαϊντάρ και του σαϊντίν. Η ιδέα του δεν ήταν αβάσιμη. Θα μπορούσαν να το σκάσουν μέσα στη σύγχυση της μάχης.
«Θα τη βγάλεις έξω, σε αυτόν τον σαματά;» τσίριξε η Λίνι. Εκτυφλωτικά φώτα έπνιγαν τη χλωμή λάμψη του φεγγαριού στο παράθυρο· κρότοι και κεραυνοί έπνιγαν την ομοβροντία της μάχης, τις κραυγές των αντρών και την κλαγγή των ξιφών. «Πίστευα πως έχεις πιο πολύ μυαλό, Μαρτύν Τάλανβορ. "Μόνο οι τρελοί φιλάνε τις σφήκες και δαγκώνουν τις φλόγες". Την άκουσες που είπε ότι είναι Άες Σεντάι, έτσι; Έχεις την εντύπωση πως δεν ξέρει τι λέει; Ε;»
«Άρχοντά μου, αν πρόκειται για Άες Σεντάι...» Ο Αφέντης Γκιλ δεν αποτελείωσε τη φράση του.
Τα χέρια του Τάλανβορ τραβήχτηκαν από πάνω της, και μούγκρισε κάτι μέσα από τα δόντια του. Ευχήθηκε να είχε ένα ξίφος. Ο Πέντρον Νάιαλ τού είχε επιτρέψει να το κρατήσει, αλλά ο Ήμον Βάλντα δεν τον εμπιστευόταν και τόσο.
Για μια στιγμή, η απογοήτευση φούντωσε στα στήθη της. Αν ο Τάλανβορ επέμενε, αν την έσερνε μαζί του... Μα τι της συνέβαινε; Αν προσπαθούσε να τη σύρει κάπου για δικούς του λόγους, θα τον έγδερνε ζωντανό. Χρειαζόταν να βρει τη χαμένη της αυτοπεποίθηση· ο Βάλντα τής είχε καταφέρει βαρύ πλήγμα -για την ακρίβεια, την είχε κάνει θρύψαλα- ωστόσο, εκείνη έπρεπε να μαζέψει τούτα τα θρύψαλα και να τα ενώσει ξανά. Έπρεπε να βρει τον τρόπο. Με την προϋπόθεση πως αυτά τα κομμάτια άξιζε να συναρμολογηθούν ξανά.
«Αν μη τι άλλο, μπορώ να ανακαλύψω τι τρέχει», γρύλισε ο Τάλανβορ, βαδίζοντας με δρασκελιές προς την πόρτα. «Αν δεν πρόκειται για τις Άες Σεντάι σου-»
«Όχι! Μείνε εδώ. Σε παρακαλώ». Ευγνωμονούσε το αμυδρό σκοτάδι που έκρυβε το ξαναμμένο κι οργισμένο της πρόσωπο. Κάλλιο να δάγκωνε τη γλώσσα της παρά να πρόφερε αυτή την τελευταία λέξη, αλλά είχε ξεγλιστρήσει από το στόμα της πριν προλάβει να συγκρατηθεί. Συνέχισε να του μιλάει με πιο σταθερό τόνο. «Θα μείνεις εδώ, φρουρώντας τη Βασίλισσά σου, όπως είναι και το σωστό».
Στον αμυδρό φωτισμό μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό του, κι η υπόκλισή του έμοιαζε αρκετά αξιοπρεπής, αλλά θα στοιχημάτιζε και την τελευταία της δεκάρα πως κι οι δυο τους ήταν θυμωμένοι. «Θα είμαι στον προθάλαμο». Ο τόνος της φωνής του δεν άφηνε καμιά αμφιβολία. Για πρώτη φορά, ωστόσο, δεν την ένοιαζε ούτε πόσο θυμωμένος ήταν ούτε κατά πόσον το έκρυβε. Το πιθανότερο ήταν πως είχε τη δυνατότητα να σκοτώσει τον εξαγριωμένο άντρα με τα ίδια της τα χέρια, αλλά αυτό σίγουρα δεν επρόκειτο να συμβεί απόψε. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον πετσοκόψουν οι στρατιώτες προτού αποκάλυπτε με τίνος την πλευρά ήταν.
Οι ελπίδες της να κοιμηθεί, ακόμα κι αν μπορούσε, είχαν χαθεί πια. Έπλυνε το πρόσωπο και τα δόντια της χωρίς να ανάψει κανέναν φανό. Η Μπριάνε με τη Λίνι τη βοήθησαν να ντυθεί, φορώντας της ένα φόρεμα από μπλε μετάξι με πράσινα ανοίγματα και με λεπτομέρειες από χιονάτη δαντέλα στους καρπούς και κάτω από το πηγούνι. Ό,τι καταλληλότερο για να υποδεχτεί Άες Σεντάι. Το σαϊντάρ λυσσομανούσε μέσα στη νυχτιά. Το πιθανότερο ήταν ότι επρόκειτο για Άες Σεντάι. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι;
Όταν συνάντησε τους άντρες στον προθάλαμο, τους βρήκε να κάθονται στο σκοτάδι. Η μόνη φωτεινή πηγή ήταν το σεληνόφως που περνούσε μέσα από τα παράθυρα κι η σποραδική λάμψη της φωτιάς που συντηρούσε η Δύναμη. Ακόμα κι ένα κερί μπορούσε να τραβήξει ανεπιθύμητη προσοχή. Ο Λάμγκουιν κι ο Αφέντης Γκιλ πετάχτηκαν γεμάτοι σέβας από το κάθισμά τους. Ο Τάλανβορ έμεινε σχεδόν ακίνητος κι η Μοργκέις δεν χρειαζόταν φωτισμό για να καταλάβει πως την κοιτούσε συνοφρυωμένος και σκυθρωπός. Ήταν έξαλλη που αναγκάστηκε να τον αγνοήσει -η ίδια του η Βασίλισσα- και μόλις που μπορούσε να κρύψει την οργή από τη φωνή της όταν πρόσταξε τον Λάμγκουιν να φέρει κι άλλες από αυτές τις ψηλές ξύλινες καρέκλες και να τις τοποθετήσει μακριά από τα παράθυρα. Περίμεναν μέσα στη σιωπή. Μια σιωπή περισσότερο από τη δική τους πλευρά. Απ' έξω, αντηχούσαν ακόμα οι βροντές, οι κρότοι και τα ουρλιαχτά, τα κέρατα στρίγκλιζαν κι οι άντρες κραύγαζαν. Εν μέσω όλων αυτών, η γυναίκα ένιωσε το σαϊντάρ να φθίνει, να επανέρχεται και τανάπαλιν.