Αργά-αργά, κι αφού είχε περάσει τουλάχιστον μια ώρα, οι ήχοι της μάχης εξασθένισαν κι έσβησαν. Εξακολούθησαν να ακούγονται φωνές που κραύγαζαν ακατανόητες διαταγές, τα ουρλιαχτά των πληγωμένων και, καμιά φορά, ο στριγκός ήχος από ένα κέρας, αλλά η κλαγγή του ατσαλιού είχε πάψει να ακούγεται. Το σαϊντάρ άρχισε να χάνεται. Ήταν σίγουρη πως υπήρχαν ακόμα γυναίκες μέσα στο Φρούριο που το χειρίζονταν, αλλά μάλλον είχαν πάψει να διαβιβάζουν. Όλα φάνταζαν ειρηνικά έπειτα από τη φασαρία και την αναστάτωση.
Ο Τάλανβορ αναδεύτηκε, αλλά η Μοργκέις τού έκανε νόημα να μείνει εκεί που ήταν. Για μια στιγμή, σκέφτηκε πως δεν θα την υπάκουε. Η νύχτα έφευγε και το ηλιόφως σύρθηκε μέσα από τα παράθυρα, φωτίζοντας το βλοσυρό πρόσωπο του Τάλανβορ. Η Μοργκέις είχε ακόμα τα χέρια της ακουμπισμένα στα γόνατά της. Η υπομονή ανήκε στις αρετές για τις οποίες έπρεπε να πάρει κάποια μαθήματα αυτός ο άντρας, μόλις δεύτερη μετά το θάρρος, που αποτελούσε την πρώτη αρετή ενός ευγενούς. Ο ήλιος ανέβηκε κι άλλο. Η Λίνι με την Μπριάνε άρχισαν να ψιθυρίζουν ανήσυχα, ρίχνοντας ματιές προς το μέρος της. Ο Τάλανβορ συνοφρυώθηκε και το βλέμμα του σιγόκαιγε. Καθόταν αλύγιστος, φορώντας αυτό το βαθυγάλαζο πανωφόρι που του ταίριαζε τέλεια. Ο Αφέντης Γκιλ έκανε διαρκώς νευρικές κινήσεις, περνώντας διαδοχικά τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά με την γκρίζα φράντζα και σκουπίζοντας με ένα μαντίλι τα ροδαλά του μάγουλα. Ο Λάμγκουιν είχε γείρει στο κάθισμά του· τα βαριά ματοτσίνορα του πάλαι ποτέ παλικαρά των δρόμων τον έκαναν να φαίνεται πως λαγοκοιμάται, αλλά, όταν έριξε μια ματιά στην Μπριάνε, ένα χαμόγελο φάνηκε φευγαλέα στο χαρακωμένο πρόσωπό του με τη σπασμένη μύτη. Η Μοργκέις συγκεντρώθηκε στην αναπνοή της, όπως τότε που έκανε εξάσκηση επί μήνες στον Πύργο. Υπομονή. Αν δεν ερχόταν κάποιος σύντομα, θα ξεστόμιζε λόγια ανάρμοστα, είτε επρόκειτο για Άες Σεντάι είτε όχι!
Παρά τη θέλησή της, αναπήδησε τρομαγμένη μόλις ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα που οδηγούσε στον διάδρομο. Πριν προλάβει να αναθέσει στην Μπριάνε να δει ποιος ήταν, η πόρτα άνοιξε απότομα, χτυπώντας με δύναμη στο τοίχο, κι η Μοργκέις απέμεινε να κοιτάζει τον εισβολέα.
Ένας ψηλός μελαψός άντρας με γαμψή μύτη ανταπέδωσε το βλέμμα της ψυχρά. Η μακρόστενη λαβή ενός ξίφους εξείχε πάνω από τον ώμο του. Ένας παράξενος θώρακας κάλυπτε το στέρνο του· διαδοχικές πλάκες που άστραφταν, βερνικωμένες με μαύρο και χρυσαφί χρώμα. Κοντά στον γοφό του κρατούσε μια περικεφαλαία όμοια με κεφάλι εντόμου, μαύρη, χρυσαφιά και πράσινη, στην κορυφή της οποίας υπήρχαν τρία μακρόστενα και λεπτά πράσινα φτερά. Δύο ακόμα άντρες με αντίστοιχους θώρακες τον ακολούθησαν φορώντας τις περικεφαλαίες τους, που δεν είχαν φτερά ωστόσο. Οι δικές τους πανοπλίες έμοιαζαν περισσότερο ζωγραφισμένες παρά βερνικωμένες, και κουβαλούσαν οπλισμένες βαλλίστρες. Μερικοί ακόμα στέκονταν έξω, στον διάδρομο, κρατώντας χρυσόμαυρα ακόντια με θυσάνους.
Ο Τάλανβορ με τον Λάμγκουιν, ακόμα κι ο μεγαλόσωμος Αφέντης Γκιλ, πήδηξαν όρθιοι, τοποθετώντας εαυτούς ανάμεσα στη γυναίκα και στους παράξενους επισκέπτες της. Η Μοργκέις θα χρειαζόταν να ανοίξει δρόμο για να περάσει.
Η ματιά του άντρα με τη γαμψή μύτη έπεσε κατευθείαν επάνω της προτού η ίδια απαιτήσει κάποιες εξηγήσεις εκ μέρους του. «Είσαι η Μοργκέις, Βασίλισσα του Άντορ;» Η φωνή του ήταν βραχνή κι η γυναίκα διέκρινε κάποια βραδυγλωσσία στα λόγια του, τα οποία ελάχιστα κατάλαβε. Ο άντρας δεν περίμενε απάντηση. «Θα έρθεις μαζί μου. Μόνη», πρόσθεσε, καθώς ο Τάλανβορ, ο Λάμγκουιν κι ο Αφέντης Γκιλ έκαναν ένα βήμα μπρος. Οι άντρες τούς σημάδεψαν με τις βαλλίστρες. Τα βαριά βέλη έμοιαζαν ικανά να τρυπήσουν θωράκιση και δεν ήταν εύκολο να αποκρουστούν.
«Δεν έχω αντίρρηση να περιμένουν εδώ οι δικοί μου μέχρι να επιστρέψω», είπε η Μοργκέις, πιο ήρεμα απ' ό,τι πραγματικά ένιωθε. Ποιοι ήταν ετούτοι εδώ; Γνώριζε αρκετά καλά τις προφορές και την αρματωσιά κάθε έθνους. «Είμαι σίγουρη πως θα εγγυηθείτε την ασφάλειά μου, Λοχαγέ...»
Ο άντρας δεν ανέφερε κανένα όνομα, απλώς της έκανε ένα ευγενικό νόημα να τον ακολουθήσει. Προς μεγάλη της ανακούφιση, ο Τάλανβορ δεν δημιούργησε πρόβλημα, παρά την οργισμένη ματιά του, αλλά την εκνεύρισε το γεγονός πως ο Λάμγκουιν κι ο Αφέντης Γκιλ τού έριξαν ένα βλέμμα πριν οπισθοχωρήσουν.
Μόλις βγήκαν στον διάδρομο, οι στρατιώτες σχημάτισαν κύκλο γύρω της, ενώ ο άντρας με τη γαμψή μύτη και δύο άλλοι με οπλισμένες βαλλίστρες τέθηκαν επικεφαλής. Προσπάθησε να τον σκεφτεί ως ένα είδος τιμητικού φρουρού. Άλλωστε, θα ήταν εντελώς τρελό να περιπλανιέται απροστάτευτη έπειτα από μάχη. Μπορεί να υπήρχαν ακόμη εστίες επιτιθέμενων, που θα έπιαναν κάποιον για όμηρο ή θα σκότωναν όποιον τους έβλεπε. Ευχήθηκε να μπορούσε να πιστέψει κάτι τέτοιο.