Έκανε μια προσπάθεια να ρωτήσει μερικά πράγματα τον αξιωματικό, αλλά αυτός όχι μόνο δεν έβγαλε λέξη, αλλά ούτε το βήμα του επιβράδυνε, ούτε καν έστρεψε το κεφάλι του προς το μέρος της, κι έτσι έπαψε να προσπαθεί. Κανείς από τους στρατιώτες δεν γύρισε να την κοιτάξει. Ήταν άντρες με σκληρό βλέμμα, οι οποίοι τής θύμιζαν τη δική της Βασιλική Φρουρά, άντρες που είχαν λάβει μέρος σε σύρραξη περισσότερες από μία φορές. Μα ποιοι ήταν; Οι μπότες τους χτυπούσαν με συγχρονισμό τις πλάκες του δαπέδου, κι ο ήχος που παρήγαν έμοιαζε με απειλητικό τυμπανισμό, τον οποίο τόνιζαν ακόμα περισσότερο οι γυμνοί διάδρομοι του Φρουρίου. Δεν υπήρχε πολύ χρώμα, ούτε κάποια ιδιαίτερη ομορφιά, παρά μονάχα σκόρπιες ταπετσαρίες που απεικόνιζαν Λευκομανδίτες στην κορύφωση της μάχης.
Συνειδητοποίησε πως κατευθύνονταν στα διαμερίσματα του Άρχοντα Στρατάρχη κι αισθάνθηκε έναν κόμπο στο στομάχι. Είχε εξοικειωθεί με τη διαδρομή όσο ζούσε ο Πέντρον Νάιαλ, αλλά είχε αρχίσει να την τρέμει από τις πρώτες κιόλας μέρες του θανάτου του. Καθώς έστριψαν σε μια γωνία, έμεινε εμβρόντητη στη θέα είκοσι τοξοτών που παρήλαυναν πίσω από τον αξιωματικό τους· άντρες με σακουλιασμένα παντελόνια και κολλαριστές δερμάτινες πανοπλίες, βαμμένες με οριζόντιες γαλαζόμαυρες ρίγες. Κάθε άντρας φορούσε ένα κωνικό μεταλλικό καπέλο, με μια προσωπίδα από γκρίζο ατσάλι που κάλυπτε το πρόσωπό του μέχρι το επίπεδο των ματιών. Εδώ κι εκεί, άκρες από μουστάκια προεξείχαν από την προσωπίδα. Ο αξιωματικός των τοξοτών έκανε μια υπόκλιση σε αυτόν που ηγείτο της φρουράς της, ο οποίος απλώς ανασήκωσε το χέρι του σε απάντηση.
Ταραμπονέζοι. Είχε χρόνια να δει Ταραμπονέζο στρατιώτη, αλλά θα έπαιρνε όρκο πως ετούτοι εδώ ήταν Ταραμπονέζοι παρά τις ρίγες στα ρούχα τους. Ωστόσο, δεν έβγαινε νόημα. Το Τάραμπον ήταν ένα χάος, ένας ατελείωτος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ όσων ισχυρίζονταν πως τους ανήκε ο θρόνος και των Δρακορκισμένων. Ήταν ανήκουστο να εξαπολύει επίθεση στο Άμαντορ, εκτός κι αν -πράγμα απίθανο— κάποιος από αυτούς που διεκδικούσαν τον θρόνο τα είχε τελικά καταφέρει, εξολοθρεύοντας όλους τους υπόλοιπους και τους Δρακορκισμένους. Όμως... ήταν αδύνατον, πέρα από το ότι κάτι τέτοιο δεν εξηγούσε τους περίεργα αρματωμένους στρατιώτες ή τα ιπτάμενα τέρατα...
Πίστευε πως είχε καταστεί μάρτυρας κάθε είδους παραδοξότητας κι ότι δεν την περίμενε άλλη έκπληξη. Τότε, όμως, η ίδια κι η φρουρά της έστριψαν σε άλλη μια γωνία και συνάντησαν δύο γυναίκες.
Η μία ήταν λεπτοκαμωμένη, κοντή σαν Καιρχινή και πιο μελαψή από Δακρυνή. Φορούσε ένα μπλε φόρεμα που έφτανε μέχρι λίγο πιο πάνω από τους αστραγάλους της. Ασημιές αστραπές διακλαδίζονταν κατά μήκος ενός κόκκινου κομματιού υφάσματος πάνω στο στήθος της, όπως και στα πλάγια της φαρδιάς σκιστής της φούστας. Η άλλη γυναίκα ήταν ντυμένη με ένα φόρεμα σε μονότονο σκούρο γκρίζο χρώμα κι ήταν ψηλότερη από πολλούς άντρες. Είχε ξανθά μαλλιά που έφταναν μέχρι τους ώμους της, βουρτσισμένα τόσο ώστε έλαμπαν, καθώς και τρομακτικά πράσινα μάτια. Ένα ασημένιο λουρί συνέδεε ένα ασημένιο βραχιόλι στον καρπό της κοντύτερης γυναίκας με ένα περιδέραιο που φορούσε η ψηλότερη.
Στάθηκαν παράμερα από τον φρουρό της Μοργκέις κι, όταν ο αξιωματικός με τη γαμψή μύτη μουρμούρισε «Ντερ'σουλ'ντάμ» -έτσι, τουλάχιστον, νόμισε η Μοργκέις, αφού η μπερδεμένη του προφορά τη δυσκόλευε να καταλάβει τι ακριβώς είπε -σε τόνους που θα μπορούσε να απευθύνεται ακόμα και σε κάποιον σχεδόν ίσο με αυτόν- η σκουρόχρωμη γυναίκα έγειρε ελαφρά το κεφάλι, τράβηξε το λουρί κι η ξανθιά έπεσε στο δάπεδο. Διπλώθηκε, τοποθετώντας το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά της, ενώ οι παλάμες της ακουμπούσαν στις πέτρινες πλάκες. Καθώς η Μοργκέις κι οι φρουροί της τις προσπερνούσαν, η σκουρόχρωμη γυναίκα έσκυψε και χάιδεψε την άλλη απαλά στο κεφάλι, λες κι ήταν σκυλάκι. Σαν να μην έφτανε αυτό, η γονατιστή γυναίκα την κοίταξε με μια έκφραση ευχαρίστησης κι ευγνωμοσύνης.
Η Μοργκέις χρειάστηκε να κάνει προσπάθεια για να συνεχίσει να περπατάει, για να κρατηθεί όρθια και για να μην ξεράσει. Αυτή η έκδηλη δουλικότητα δεν ήταν ό,τι καλύτερο, αλλά ήταν σίγουρη πως η γυναίκα που δέχτηκε το χάδι στο κεφάλι είχε την ικανότητα της διαβίβασης. Αδύνατον! Βάδιζε σαν ζαλισμένη κι αναρωτιόταν αν όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα όνειρο, ένας εφιάλτης. Σχεδόν ευχήθηκε να ήταν. Δεν έδωσε ιδιαίτερη προσοχή όταν κάποια στιγμή σταμάτησαν για να πάρουν κι άλλους στρατιώτες, με κοκκινόμαυρες πανοπλίες αυτή τη φορά, κι έπειτα...
Η αίθουσα ακροάσεων του Πέντρον Νάιαλ -του Βάλντα πλέον ή όποιου είχε καταλάβει το φρούριο- είχε αλλάξει. Η μεγάλη χρυσή αχτίδα παρέμενε στο δάπεδο, όμως όλα τα κερδισμένα σε μάχες λάβαρα του Νάιαλ, που ο Βάλντα είχε κρατήσει σαν να ήταν δικά του, είχαν εξαφανιστεί. Το ίδιο είχε συμβεί και στην επίπλωση, εκτός από το απέριττο σκαλιστό κάθισμα με την ψηλή ράχη που χρησιμοποιούσε ο Νάιαλ και τώρα ο Βάλντα, στα πλευρά του οποίου υπήρχαν δύο ψηλά και ζωηρά ζωγραφισμένα προπετάσματα. Το ένα απεικόνιζε ένα μαύρο αρπακτικό πουλί με λευκό λοφίο κι αμείλικτο ράμφος, με τις φτερούγες του -που είχαν από μια λευκή κηλίδα σε κάθε άκρη- απλωμένες. Στο άλλο ήταν ζωγραφισμένη μια κίτρινη γάτα με μαύρες βούλες, το ένα πέλμα της οποίας βρισκόταν πάνω σε ένα νεκρό ζώο, που, αν και μισό σε μέγεθος, έμοιαζε με ελάφι με μεγάλα ευθυτενή κέρατα κι άσπρες ραβδώσεις.