Выбрать главу

Υπήρχε αρκετός κόσμος στο δωμάτιο, αλλά δεν πρόλαβε να προσέξει λεπτομέρειες, γιατί μια γυναίκα με αυστηρό πρόσωπο και γαλάζια φορεσιά μπήκε μέσα. Η μια πλευρά του κεφαλιού της ήταν ξυρισμένη, ενώ από την άλλη μια μακριά καστανή πλεξούδα κρεμόταν μπροστά από τον δεξί της ώμο. Τα γεμάτα περιφρόνηση γαλάζια της μάτια συναγωνίζονταν αυτά του αετού ή της γάτας. «Βρίσκεσαι ενώπιον της Υψηλής Αρχόντισσας Σούροθ, ηγέτιδας Αυτών Που Ήρθαν Πριν κι υποστηρίκτριας του Γυρισμού», ανήγγειλε με την ίδια μπερδεμένη προφορά.

Δίχως την παραμικρή προειδοποίηση, ο άντρας με τη γαμψή μύτη άρπαξε τη Μοργκέις από τον αυχένα και την ανάγκασε να πάρει πρηνή στάση δίπλα του. Έκπληκτη, όσο και ζαλισμένη από το χτύπημα, η γυναίκα τον είδε να φιλάει το δάπεδο.

«Άφησε την, Έλμπαρ», ακούστηκε η επιτηδευμένη αλλά κι οργισμένη φωνή μιας άλλης γυναίκας. «Η Βασίλισσα του Άντορ δεν αξίζει τέτοια συμπεριφορά».

Ο Έλμπαρ ανασηκώθηκε στα γόνατά του, αλλά παρέμεινε με το κεφάλι κατεβασμένο. «Εξευτελίστηκα, Υψηλή Αρχόντισσα. Ζητώ συγχώρεση». Η φωνή του ήταν ψυχρή κι επίπεδη, όσο τουλάχιστον του επέτρεπε η περίεργη αυτή προφορά.

«Εγώ, πάντως, δεν πρόκειται να σε συγχωρήσω τόσο εύκολα, Έλμπαρ», είπε η Μοργκέις κοιτώντας τον. Η Σούροθ εξεπλάγη. Τα πλάγια του κεφαλιού της ήταν ξυρισμένα, αφήνοντας μονάχα ένα στιλπνό μαύρο λοφίο στην κορυφή του κρανίου και μια χαίτη που έπεφτε προς τα πίσω. «Ίσως, όταν τιμωρηθείς. Αναφέρσου, λοιπόν, κι άφησέ μας! Εξαφανίσου!» Έκανε μια χειρονομία αποπομπής που αποκάλυψε νύχια μήκους τουλάχιστον μιας ίντσας, τα πρώτα δύο σε κάθε χέρι βαμμένα με ένα ζωηρό μπλε χρώμα. Ο Έλμπαρ γονάτισε κι έπειτα σηκώθηκε απαλά, οπισθοχωρώντας προς την πόρτα. Μόνο εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε η Μοργκέις πως οι υπόλοιποι στρατιώτες δεν τους είχαν ακολουθήσει στο εσωτερικό. Αντιλήφθηκε και κάτι άλλο, επίσης. Ο άντρας τής έριξε άλλη μια ματιά προτού εξαφανιστεί, αλλά, αντί για τη φευγαλέα μνησικακία απέναντι σε κάποιον που είχε προκαλέσει την τιμωρία του, ο άντρας φάνηκε... συλλογισμένος. Δεν θα υπήρχε καμιά τιμωρία. Όλο αυτό το επεισόδιο ήταν προσχεδιασμένο.

Η Σούροθ γλίστρησε προς το μέρος της Μοργκέις, κρατώντας προσεκτικά το αχνογάλανο φόρεμά της, έτσι ώστε να αποκαλύπτεται η χιονάτη φούστα της με τις εκατοντάδες μικροσκοπικές πτυχές. Κεντητές περικοκλάδες και λουλούδια σε βαθυπόρφυρο και κίτρινο χρώμα ήταν απλωμένα σε όλο το μήκος ρούχου. Παρά τον χώρο που κατελάμβανε, η Μοργκέις παρατήρησε πως η γυναίκα δεν την πλησίασε παρά μόνο όταν σηκώθηκε όρθια από μόνη της.

«Είσαι καλά;», τη ρώτησε η Σούροθ. «Αν έπαθες κάτι, θα διπλασιάσω την τιμωρία του».

Η Μοργκέις προσποιήθηκε πως σκουπίζει το φόρεμά της, για να μην κοιτάξει το χαμόγελο της γυναίκας, που το βλέμμα της μαρτυρούσε ότι ήταν ψεύτικο. Εκμεταλλευόμενη την ευκαιρία, έριξε μια ματιά τριγύρω. Τέσσερις άντρες και τέσσερις γυναίκες ήταν γονατισμένοι απέναντι από έναν τοίχο, νεαροί κι ευπαρουσίαστοι όλοι τους. Φορούσαν... Τράβηξε απότομα το βλέμμα της. Αυτοί οι μακριοί λευκοί χιτώνες ήταν σχεδόν διαφανείς! Από την άλλη πλευρά των παραπέτων υπήρχαν ακόμα δύο ζεύγη γονατιστών γυναικών· το ένα μέλος του κάθε ζεύγους ήταν ντυμένο στα γκρίζα, ενώ το άλλο στα μπλε με μια κεντητή αστραπή. Τα δύο ζευγάρια ήταν δεμένα με το ασημένιο λουρί από τον καρπό μέχρι τον λαιμό. Η Μοργκέις δεν ήταν αρκετά κοντά, αλλά είχε την αρρωστημένη βεβαιότητα πως οι δύο γυναίκες με τα γκρίζα είχαν την ικανότητα της διαβίβασης. «Καλά είμαι, ευχ—» Μια τεράστια, κοκκινοκάστανη μορφή ήταν ξαπλωμένη φαρδιά πλατιά στο δάπεδο - ένας σωρός από ακατέργαστα αγελαδοτόμαρα, ίσως. Αμέσως μετά, όμως, η μορφή σάλεψε. «Τι είναι αυτό;» Συγκρατήθηκε να μη μείνει με το στόμα ανοικτό, αλλά η ερώτηση ξέφυγε από τα χείλη της πριν το καταλάβει καλά-καλά.

«Θαυμάζεις το λόπαρ μου;» Η Σούροθ απομακρύνθηκε πολύ πιο γρήγορα απ' όσο είχε έρθει. Η πελώρια μορφή ανασήκωσε το μεγάλο στρογγυλό κεφάλι της, για να τη χαϊδέψει η γυναίκα κάτω από το σαγόνι. Το πλάσμα θύμιζε στη Μοργκέις αρκούδα· ήταν, όμως, κατά μισή φορά μεγαλύτερο από την ογκωδέστερη αρκούδα που είχε ακουστά, εντελώς άτριχο, χωρίς ρύγχος, και με βαθιές αυλακώσεις γύρω από τα μάτια. «Μου χάρισαν τον Αλμανταράγκαλ όταν ήταν ακόμα μικρός, στην πρώτη γιορτή του αληθινού μου ονόματος. Απέτρεψε την πρώτη απόπειρα δολοφονίας μου τον ίδιο χρόνο κιόλας, όταν είχε αναπτυχθεί μόλις στο ένα τέταρτο του τωρινού του μεγέθους». Στη φωνή της γυναίκας διακρινόταν στοργή. Τα χείλη του... λόπαρ... τραβήχτηκαν πίσω, αποκαλύπτοντας χοντρά μυτερά δόντια καθώς η γυναίκα το θώπευε. Τα μπροστινά του πέλματα τεντώθηκαν και τα γαμψώνυχα θηκάρωναν και ξεθηκάρωναν μέσα στα έλυτρα των έξι μεγάλων δαχτύλων που υπήρχαν σε κάθε πόδι. Το πλάσμα άρχισε να γουργουρίζει· ένας υπόκωφος βρόντος, σαν να γουργούριζαν εκατό γάτες ταυτόχρονα.