Выбрать главу

«Εντυπωσιακό», είπε αδύναμα η Μοργκέις. Γιορτή του αληθινού της ονόματος; Πόσες απόπειρες δολοφονίας είχαν γίνει εναντίον της και μιλούσε τόσο αδιάφορα για «την πρώτη»;

Το λόπαρ κλαψούρισε παραπονιάρικα όταν η Σούροθ απομακρύνθηκε από κοντά του, αλλά ακούμπησε ξανά το κεφάλι του πάνω στα πέλματά του. Προς μεγάλη της ανησυχία, η ματιά του δεν ακολούθησε την κυρά του, αλλά καρφώθηκε επάνω στη Μοργκέις, ενώ, πού και πού, κοίταζε φευγαλέα την πόρτα ή τα στενά σαν σχισμές παράθυρα.

«Βέβαια, όσο πιστό κι αν είναι ένα λόπαρ, δεν μπορεί να συγκριθεί με τις νταμέην». Η στοργή είχε χαθεί από τη φωνή της Σούροθ πλέον. «Η Πιούρα κι η Τζίντζιν θα μπορούσαν να σκοτώσουν εκατό φονιάδες προτού ο Αλμανταράγκαλ ανοιγοκλείσει τα μάτια του». Με την αναφορά και μόνο των δύο αυτών ονομάτων, η μία από τις γαλαζοντυμένες γυναίκες τράβηξε το ασημένιο της λουρί κι η γυναίκα που βρισκόταν στην άλλη άκρη διπλώθηκε, όπως ακριβώς είχε κάνει η άλλη στον διάδρομο. «Από τότε που επιστρέψαμε, έχουμε πολύ περισσότερες νταμέην. Ο τόπος προσφέρεται για κυνήγι για τις μαράθ'νταμέην. Η Πιούρα», πρόσθεσε κάπως αδιάφορα, «ήταν κάποτε... μέλος του Λευκού Πύργου».

Η Μοργκέις ένιωσε να της κόβονται τα γόνατα. Μια Άες Σεντάι; Κοίταξε εξεταστικά τη σκυφτή πλάτη της γυναίκας που λεγόταν Πιούρα, αρνούμενη να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Καμιά Άες Σεντάι δεν θα φερόταν με τέτοια δουλοπρέπεια. Ωστόσο, οποιαδήποτε γυναίκα με την ικανότητα της διαβίβασης, χωρίς να είναι απαραίτητα Άες Σεντάι, θα ήταν ικανή να αρπάξει αυτό το λουρί και να στραγγαλίσει τον βασανιστή της. Οποιαδήποτε θα έπρεπε να μπορούσε να το κάνει, αλλά φαίνεται πως ήταν αδύνατον γι' αυτήν την Πιούρα. Η Μοργκέις αναρωτήθηκε αν μπορούσε να ζητήσει ένα κάθισμα. «Πολύ... ενδιαφέρον». Η φωνή της, τουλάχιστον, παρέμενε σταθερή. «Αλλά δεν νομίζω πως μου ζήτησες να έρθω εδώ για να μιλήσουμε για τις Άες Σεντάι». Δεν της είχε ζητήσει τίποτα, φυσικά. Η Σούροθ την κοίταξε χωρίς να κινεί τον παραμικρό μυώνα, εκτός από μια σύσπαση των μακρόστενων δακτύλων του αριστερού της χεριού.

«Θίρα!» γαύγισε ξαφνικά η γυναίκα με το αυστηρό πρόσωπο και το μισοξυρισμένο κεφάλι. «Φέρε καφ για την Υψηλή Αρχόντισσα και τη φιλοξενούμενή της!»

Μία από τις γυναίκες με τους διάφανους μανδύες, η μεγαλύτερη σε ηλικία, παρ' ότι ακόμη νέα, σηκώθηκε όρθια με χάρη, αν και το ροδαλό της στόμα φανέρωνε κάποιον εκνευρισμό. Πέρασε αστραπιαία πίσω από το ψηλό παραβάν με τον ζωγραφιστό αετό, για να ξαναεμφανιστεί σχεδόν αμέσως κουβαλώντας έναν ασημένιο δίσκο με δύο μικρές άσπρες κούπες. Γονατίζοντας με μια κυματοειδή κίνηση μπροστά στη Σούροθ, έσκυψε το μελαψό της κεφάλι κι ανασήκωσε ψηλά τον δίσκο, έτσι ώστε η προσφορά να βρίσκεται ψηλότερα από την ίδια. Η Μοργκέις κούνησε το κεφάλι της. Αν ζητούσαν από οποιονδήποτε υπηρέτη στο Άντορ να κάνει κάτι τέτοιο -ή, ακόμα χειρότερα, να φορέσει έναν τέτοιο μανδύα!— θα βρισκόταν στα μπουντρούμια στο πι και φι.

«Ποια είσαι; Από πού έρχεσαι;»

Η Σούροθ ανασήκωσε τη μία από τις δύο κούπες με τα ακροδάχτυλά της, εισπνέοντας τον αναδυόμενο ατμό. Έκανε ένα νεύμα στη Μοργκέις, σαν να της επέτρεπε να κάνει το ίδιο, πράγμα που πήγαινε πολύ για τα δεδομένα της, κι η γυναίκα πήρε κι αυτή μια κούπα στα χέρια της. Ρούφηξε μια γουλιά και κοίταξε έκπληκτη το ποτό της. Ήταν πιο μαύρο και πικρότερο από οποιοδήποτε είδος τσαγιού. Όσο μέλι και να πρόσθετε, δεν θα πινόταν. Η Σούροθ ακούμπησε στα χείλη της τη δική της κούπα κι αναστέναξε με απόλαυση.

«Είναι πολλά αυτά που πρέπει να συζητήσουμε, Μοργκέις, ωστόσο θα είμαι σύντομη σε αυτήν την πρώτη μας κουβέντα. Εμείς, οι Σωντσάν, επιστρέφουμε για να διεκδικήσουμε εκείνο που εκλάπη από τους διαδόχους του Υψηλού Βασιλέως, του Άρτουρ Πέντραγκ Τανρήαλ». Στη φωνή της διακρινόταν μια ευχαρίστηση διαφορετική από αυτή που ένιωθε πίνοντας το καφ της, κάτι που υποδήλωνε ταυτόχρονα προσμονή και βεβαιότητα. Η γυναίκα παρακολουθούσε προσεκτικά το πρόσωπο της Μοργκέις, η οποία δεν μπορούσε να αποτραβήξει τη ματιά της. «Αυτό που μας ανήκε θα γίνει ξανά δικό μας. Στην πραγματικότητα, ανέκαθεν μας ανήκε. Ένας κλέφτης δεν έχει κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας. Η επιχείρηση ανάκτησης έχει αρχίσει ήδη από το Τάραμπον. Αρκετοί από τους ευγενείς εκεί ορκίστηκαν ήδη υπακοή και περιμένουν να υπηρετήσουν. Δεν θα περιμένουν πολύ καιρό. Ο βασιλιάς τους -δεν θυμάμαι πια το όνομά του- πέθανε πολεμώντας εναντίον μου. Αν εξακολουθούσε να ζει, ως επαναστάτης κατά του Κρυστάλλινου Θρόνου και χωρίς καν να έχει καταγωγή εξ Αίματος, θα τον είχα παλουκώσει. Η οικογένειά του δεν βρέθηκε για να γίνει ιδιοκτησία μας, αλλά υπάρχει ένας νέος Βασιλιάς κι ένας νέος Πανάρχης που ορκίστηκαν πίστη στην Αυτοκράτειρα, είθε να ζει για πάντα, και στον Κρυστάλλινο Θρόνο. Οι ληστοσυμμορίτες θα εξαλειφθούν. Οι ταραχές κι η πείνα θα πάψουν να υφίστανται στο Τάραμπον κι ο κόσμος θα βρει καταφύγιο κάτω από τις προστατευτικές φτερούγες της Αυτοκράτειρας. Τώρα ξεκινάω από εδώ, από την Αμαδισία. Σύντομα, όλοι θα υποκλιθούν στην Αυτοκράτειρα, είθε να ζει για πάντα, την άμεση απόγονο του μεγαλοπρεπούς Άρτουρ του Γερακόφτερου».