Αν η υπηρέτρια δεν είχε απομακρυνθεί μαζί με τον δίσκο, η Μοργκέις θα έβαζε πίσω την κούπα της. Ούτε τρεμούλα δεν ι άραζε τη σκοτεινή επιφάνεια του καφ, αλλά πολλά απ' όσα ρητόρευε η γυναίκα δεν είχαν ιδιαίτερο νόημα για την ίδια. Αυτοκράτειρα; Σωντσάν; Πριν από έναν -και παραπάνω- χρόνο είχαν κυκλοφορήσει παράλογες διαδόσεις ότι οι στρατιές του Αρτουρ του Γερακόφτερου επέστρεφαν διασχίζοντας τον Ωκεανό Άρυθ, αλλά είχαν κατορθώσει να πείσουν μονάχα τους εύπιστους, κι η Μοργκέις αμφέβαλλε κατά πόσον ακόμα κι ο χειρότερος κουτσομπόλης στην αγορά εξακολουθούσε να τις διαδίδει. Ήταν αλήθεια, άραγε; Όπως και να είχε, αυτό που καταλάβαινε ήταν κάτι παραπάνω από αρκετό.
«Όλοι τιμούν το όνομα του Άρτουρ του Γερακόφτερου, Σούροθ...» Η γυναίκα με το αυστηρό πρόσωπο άνοιξε το στόμα της θυμωμένη, αλλά ησύχασε μόλις το δάχτυλο με το μπλε νύχι της Αρχόντισσας κινήθηκε, διακόπτοντάς την. «...αλλά ο καιρός του έχει παρέλθει προ πολλού. Κάθε έθνος εδώ έχει αρχαία καταγωγή. Καμία περιοχή δεν πρόκειται να υποταχθεί σε σένα ή στην Αυτοκράτειρά σου. Αν έχεις καταλάβει ένα μέρος του Τάραμπον...» Η ανάσα της Σούροθ βγήκε σφυριχτή και τα μάτια της έλαμψαν. «...να θυμάσαι πως πρόκειται για περιοχή διχασμένη και γεμάτη ταραχές. Η Αμαδισία δεν θα πέσει εύκολα και πολλά έθνη θα κινηθούν προκειμένου να την υπερασπίσουν όταν μάθουν ότι της επιτέθηκες». Άραγε, αλήθευε αυτό; «Όσα στρατεύματα κι αν διαθέτεις, τα πράγματα θα είναι δύσκολα για σένα. Και στο παρελθόν έχουμε αντιμετωπίσει μεγάλες απειλές και τις υπερνικήσαμε. Σε συμβουλεύω να προβείς σε ειρηνευτική κίνηση προτού ηττηθείς ολοκληρωτικά». Η Μοργκέις θυμήθηκε το σαϊντάρ που λυσσομανούσε τη νύχτα κι απέφυγε να κοιτάξει τις... νταμέην, έτσι δεν τις είχε αποκαλέσει; Καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια, κατάφερε να μη βρέξει τα χείλη της με τη γλώσσα της.
Η Σούροθ χαμογέλασε· το πρόσωπό της έγινε ξανά μια μάσκα, με τα μάτια της να λάμπουν σαν πολύτιμοι λίθοι. «Όλοι πρέπει να κάνουν τις επιλογές τους. Κάποιοι θα διαλέξουν να υπακούσουν και να περιμένουν να υπηρετήσουν, εξακολουθώντας να διοικούν τις περιοχές τους στο όνομα της Αυτοκράτειρας, είθε να ζήσει για πάντα».
Ανασήκωσε το χέρι από την κούπα για να κάνει μια αδιόρατη κίνηση με τα μακριά της νύχια, κι η γυναίκα με το αυστηρό πρόσωπο γαύγισε. «Θίρα! Η Πόζα του Κύκνου!»
Για κάποιον λόγο, η Σούροθ έσφιξε το στόμα της. «Όχι τον Κύκνο, ανόητη Άλχουιν!» ακούστηκε η συριστική φωνή μέσα από τα δόντια της, παρ' όλο που η προφορά της δυσκόλευε την κατανόηση όσων έλεγε. Το παγερό χαμόγελο επέστρεψε μέσα σε μια στιγμή.
Η υπηρέτρια ανασηκώθηκε από το σημείο που καθόταν κι έτρεξε με έναν παράδοξο τρόπο, πατώντας στις μύτες των ποδιών της, μέχρι το μέσον του δαπέδου, με τα χέρια μαζεμένα πίσω. Αργά, πάνω από τον λαμπερό χρυσό ήλιο, σύμβολο των Τέκνων του Φωτός, άρχισε ένα στυλιζαρισμένο είδος χορού. Τα χέρια της ξεδιπλώθηκαν στα πλευρά της σαν φτερά κι έπειτα διπλώθηκαν ξανά. Στριφογυρίζοντας, έτεινε μπροστά το αριστερό της πόδι και χαμήλωσε πάνω από το λυγισμένο γόνατο, με τα χέρια της απλωμένα σε στάση ικεσίας, μέχρι που τα χέρια, ο κορμός και το δεξί πόδι σχημάτισαν μια ευθεία, αν και κάπως λοξή. Ο λεπτός λευκός μανδύας της προσέδιδε μια σκανδαλώδη χροιά στο όλο θέαμα. Η Μοργκέις αισθάνθηκε να αναψοκοκκινίζει καθώς ο χορός, αν μπορούσε να τον αποκαλέσει κανείς έτσι, συνεχιζόταν.