«Η Θίρα είναι καινούργια και κάπως άμαθη ακόμα», μουρμούρισε η Σούροθ. «Οι Πόζες πετυχαίνουν συνήθως με δέκα ή είκοσι ντα'κοβάλε μαζί, άντρες και γυναίκες ειδικά επιλεγμένοι για την ομορφιά και τα ευθυτενή τους κορμιά, αλλά μερικές φορές είναι ευχάριστο να παρακολουθείς ένα άτομο μόνο. Είναι πολύ ευχάριστο να έχεις στην κατοχή σου όμορφα πράγματα, έτσι δεν είναι;»
Η Μοργκέις συνοφρυώθηκε. Πώς ήταν δυνατόν να είναι κάποιος κάτοχος ενός ατόμου; Η Σούροθ είχε αναφέρει πρωτύτερα κάτι σχετικά με το «να κάνεις κάποιον ιδιοκτησία σου». Γνώριζε την Παλιά γλώσσα, κι η λέξη ντα'κοβάλε δεν της έλεγε τίποτα, αλλά, όταν το σκέφτηκε κάπως καλύτερα, κατέληξε πως μάλλον σήμαινε «Το Άτομο Που Είναι Ιδιοκτησία Κάποιου». Ήταν αηδιαστικό, φρικτό! «Απίστευτο», είπε ξερά. «Καλύτερα να σας αφήσω να απολαύσετε τον... χορό».
«Σε ένα λεπτό», είπε η Σούροθ, χαμογελώντας προς το μέρος της Θίρα που έπαιρνε διάφορες πόζες. Η Μοργκέις απόφυγε να κοιτάξει. «Όλοι πρέπει να κάνουν τις επιλογές τους, όπως είπα. Ο παλιός Βασιλιάς του Τάραμπον προτίμησε να επαναστατήσει και πέθανε. Ο παλιός Πανάρχης αιχμαλωτίστηκε, ωστόσο αρνήθηκε τον Όρκο. Για τον καθένα μας υπάρχει ένα μέρος στο οποίο ανήκει, εκτός κι αν ανατράφηκε από την ίδια την Αυτοκράτειρα, αλλά αυτοί που το απορρίπτουν καταβαραθρώνονται. Η Θίρα σίγουρα διαθέτει χάρη. Παραδόξως, η Άλχουιν είναι πολλά υποσχόμενη ως δασκάλα, κι έτσι πιστεύω ότι στο άμεσο μέλλον η Θίρα θα διδαχθεί τον τρόπο να συνδυάζει την ικανότητα στις πόζες με τη χάρη της». Το χαμόγελο, όπως κι αυτή η απαστράπτουσα ματιά, στράφηκαν προς το μέρος της Μοργκέις.
Ένα βλέμμα γεμάτο σημασία, αλλά για ποιον λόγο; Μήπως είχε να κάνει με τη χορεύτρια; Το όνομά της αναφέρθηκε αρκετές φορές, λες και χρειαζόταν υπογράμμιση. Όμως, τι...; Το κεφάλι της Μοργκέις περιστράφηκε γύρω και κοίταξε τη γυναίκα που στηριζόταν στις μύτες των ποδιών της και στριφογύριζε αργά γύρω από τον άξονά της, με τα χέρια ενωμένα και τα μπράτσα τεντωμένα σε πλήρη έκταση. «Δεν το πιστεύω», είπε με κομμένη την ανάσα. «Αδύνατον!»
«Θίρα», ρώτησε η Σούροθ, «πώς σε έλεγαν προτού γίνεις ιδιοκτησία μου; Τι αξίωμα είχες;»
Η Θίρα μαρμάρωσε στη στάση του τεντώματος, τρέμοντας και ρίχνοντας μια ματιά μισοπανικόβλητη, μισοτρομαγμένη προς το αυστηρό πρόσωπο της Άλχουιν κι ένα βλέμμα ατόφιου φόβου προς τη Σούροθ. «Η Θίρα ονομαζόταν Αμάθιρα, αν ευαρεστείται η Υψηλή Αρχόντισσα», είπε χωρίς να πάρει ανάσα. «Η Θίρα ήταν η Πανάρχουσα του Τάραμπον, αν ευαρεστείται η Υψηλή Αρχόντισσα».
Η κούπα ξέφυγε από το χέρι της Μοργκέις κι έγινε χίλια κομμάτια στο πάτωμα, σκορπίζοντας τριγύρω το μαύρο καφ. Ψέματα! Δεν είχε συναντήσει ποτέ της την Αμάθιρα, αλλά είχε ακούσει κάποια περιγραφή της. Όχι. Υπήρχαν κάμποσες γυναίκες στην αντίστοιχη ηλικία με μεγάλα μαύρα μάτια και νευρικά στόματα. Η Πιούρα δεν ήταν μια Άες Σεντάι, κι όσο γι’ αυτήν τη γυναίκα...
«Πόζα!» φώναξε κοφτά η Άλχουιν κι η Θίρα συνέχισε δίχως να ρίξει ούτε ένα βλέμμα προς τη Σούροθ ή προς οποιονδήποτε άλλον. Όποια κι αν ήταν, η κυριότερη σκέψη που επικρατούσε στο μυαλό της εκείνη τη στιγμή ήταν η έντονη λαχτάρα να μην κάνει κάποιο λάθος. Η Μοργκέις συγκρατήθηκε για να μην κάνει εμετό.
Η Σούροθ πλησίασε κοντύτερα, με πρόσωπο παγερό σαν τον χειμώνα. «Όλοι έρχονται αντιμέτωποι κάποια στιγμή με τις επιλογές που πρέπει να κάνουν», είπε ήσυχα. Ο τόνος της φωνής της χάραζε ατσάλι. «Κάποιοι από τους κρατούμενούς μου λένε πως πέρασες ένα διάστημα στον Λευκό Πύργο. Σύμφωνα με τον νόμο, καμιά μαράθ'νταμέην δεν θα αποφύγει το λουρί, αλλά σου εγγυώμαι πως εσύ, που με κατηγόρησες ονομαστικά κι ισχυρίστηκες πως τα λόγια μου ήταν ψεύτικα, δεν θα βρεις μπροστά σου τέτοια μοίρα». Η έμφαση στη λέξη υποδήλωνε πως η εγγύηση της δεν κάλυπτε καμία άλλη πιθανότητα. Το χαμόγελο, που εξακολουθούσε να μην αγγίζει τη ματιά της, επέστρεψε. «Ελπίζω πως θα επιλέξεις να πάρεις τον όρκο, Μοργκέις, και να κυβερνήσεις το Άντορ στο όνομα της Αυτοκράτειρας, είθε να ζήσει για πάντα». Για πρώτη φορά, η Μοργκέις ήταν απολύτως σίγουρη πως η γυναίκα έλεγε ψέματα. «Θα συζητήσουμε ξανά αύριο ή μεθαύριο, αν έχω χρόνο».
Η Σούροθ απομακρύνθηκε, προσπερνώντας τη μοναχική χορεύτρια με έναν τρόπο σαν να γλιστρούσε, και κατευθύνθηκε προς το κάθισμα με την ψηλή ράχη. Μόλις έκατσε, απλώνοντας με χάρη τον μανδύα της, η Άλχουιν γαύγισε ξανά. Φαίνεται πως δεν διέθετε άλλου είδους φωνή. «Όλοι σας! Πόζες του Κύκνου!» Οι νεαροί κι οι νεαρές που είχαν γονατίσει στον τοίχο έσπευσαν προς το μέρος τής Θίρα, συγχρονίζοντας τις κινήσεις τους μαζί της και σχηματίζοντας μια γραμμή μπροστά στο κάθισμα της Σούροθ. Μόνο το βλέμμα του λόπαρ εξακολουθούσε να είναι καρφωμένο πάνω στη Μοργκέις. Δεν θυμόταν ποτέ στη ζωή της να την είχαν αποπέμψει τόσο ολοκληρωτικά. Μάζεψε την αξιοπρέπειά της μαζί με τη φούστα της κι έφυγε.