Выбрать главу

Δεν πήγε πολύ μακριά μόνη της, βέβαια. Εκείνοι οι στρατιώτες με τις κοκκινόμαυρες πανοπλίες στέκονταν στον προθάλαμο σαν αγάλματα που κρατούσαν δόρατα με θυσάνους στο ίδιο χρώμα· τα πρόσωπά τους ήταν ανέκφραστα κάτω από τις λουστραρισμένες περικεφαλαίες και τα γεμάτα σκληρότητα μάτια τους έμοιαζαν να κοιτάζουν πίσω από τις δαγκάνες τερατωδών εντόμων. Κάποιος από αυτούς, όχι πολύ ψηλότερος από την ίδια, τη συνόδευσε σιωπηλά μέχρι τα διαμερίσματά της, όπου δύο Ταραμπονέζοι με ξίφη κάθονταν αμφοτέρωθεν της πόρτας. Αυτοί φορούσαν ατσάλινες θωρακίσεις, ζωγραφιστές ωστόσο με οριζόντιες λωρίδες. Έκαναν μια βαθιά υπόκλιση, με τα χέρια να ακουμπούν στα γόνατά τους, κι η Μοργκέις νόμισε πως απευθύνονταν σε αυτήν, μέχρι που ο συνοδός της μίλησε για πρώτη φορά.

«Τιμή και σέβας», είπε με τραχιά, ξερή φωνή, κι οι Ταραμπονέζοι ορθώθηκαν, εξακολουθώντας να μην κοιτάζουν προς το μέρος της, μέχρι που τους είπε: «Να την προσέχετε. Δεν έχει δώσει τον Όρκο». Σκοτεινά μάτια πάνω από ατσάλινα καλύμματα κοίταξαν φευγαλέα προς το μέρος της, αλλά οι κοφτές υποκλίσεις συναίνεσης απευθύνονταν στον Σωντσάν.

Συγκρατήθηκε να μην μπει μέσα βιαστικά, αλλά, από τη στιγμή που η πόρτα έκλεισε πίσω της, η Μοργκέις έγειρε επάνω της πασχίζοντας να βάλει σε σειρά τις περιδινούμενες σκέψεις της. Σωντσάν και νταμέην, Αυτοκράτειρες, όρκοι κι άτομα που αποτελούσαν ιδιοκτησία. Η Λίνι κι η Μπρέαν στέκονταν στο μέσον του δωματίου, κοιτώντας την.

«Τι έμαθες;» ρώτησε υπομονετικά η Λίνι, με τον ίδιο τόνο που ρωτούσε τη μικρή Μοργκέις για κάποιο βιβλίο που είχε διαβάσει.

«Εφιάλτες και τρέλα», αναστέναξε η Μοργκέις. Ξαφνικά, τσιτώθηκε και κοίταξε τον χώρο ανήσυχα. «Πού είναι—; Πού είναι οι άντρες;»

Η Μπριάνε απάντησε στην αυθόρμητη ερώτηση με φωνή ξερή κι ελαφρά ειρωνική. «Ο Τάλανβορ έφυγε, για να δει μήπως ανακαλύψει τίποτα». Είχε τις γροθιές της ακουμπισμένες στους γοφούς της, ενώ το πρόσωπό της ήταν υπερβολικά σοβαρό. «Ο Λάμγκουιν μαζί με τον Αφέντη Γκιλ πήγαν μαζί του. Εσύ τι ανακάλυψες; Ποιοι είναι αυτοί οι... Σωντσάν;» Πρόφερε το όνομα βλοσυρή και με κάποια αμηχανία. «Κάτι πήρε το αυτί μας». Δεν έδωσε σημασία στο δηκτικό βλέμμα της Λίνι. «Τι κάνουμε τώρα, Μοργκέις;»

Η Μοργκέις προσπέρασε τις δύο γυναίκες και κατευθύνθηκε στο παράθυρο, το οποίο δεν ήταν τόσο στενό όσο αυτό που υπήρχε στο δωμάτιο ακρόασης κι έβλεπε κάτω, περίπου είκοσι βήματα, στο λιθόστρωτο της αυλής. Μια αποκαρδιωτική φάλαγγα καραφλών κι αναμαλλιασμένων αντρών, μερικοί εκ των οποίων ήταν γεμάτοι επιδέσμους και ματωμένες γάζες, έσερναν τα βήματά τους κατά μήκος της αυλής υπό το άγρυπνο βλέμμα των Ταραμπονέζων που κρατούσαν δόρατα. Κάμποσοι Σωντσάν στέκονταν στην κορυφή ενός κοντινού πύργου, ατενίζοντας μακριά, ανάμεσα στα προπύργια. Ένας από αυτούς φορούσε μια περικεφαλαία στολισμένη με τρία λυγερά λοφία. Μια γυναίκα φάνηκε σε ένα παράθυρο, από την άλλη άκρη της αυλής, έχοντας την κεντητή αστραπή πάνω στο κόκκινο ύφασμα ευδιάκριτη στο στήθος της και κοιτώντας συνοφρυωμένη τους Λευκομανδίτες αιχμαλώτους. Όλοι αυτοί οι άντρες που τρίκλιζαν και παραπατούσαν έμοιαζαν εμβρόντητοι, λες και δεν μπορούσαν να πιστέψουν τι είχε συμβεί.

Τι θα έκαναν; Να μια απόφαση που έτρεμε να πάρει η Μοργκέις. Τους τελευταίους μήνες όλες οι αποφάσεις που είχε πάρει, ακόμα κι οι πιο ασήμαντες, οδηγούσαν στην καταστροφή. Ο καθένας θα έκανε την επιλογή του, έτσι είχε πει η Σούροθ. Βοήθησε τους Σωντσάν να καταλάβουν το Άντορ, αλλιώς... Μόνο μια τελευταία υπηρεσία θα μπορούσε να προσφέρει στο Άντορ. Η φάλαγγα έφτασε στο τέλος της, ακολουθούμενη από μερικούς ακόμα Ταραμπονέζους, οι οποίοι ενώθηκαν με τους συμπατριώτες τους καθώς περνούσαν από μπροστά. Μια πτώση από ύψος είκοσι ποδιών, κι η Σούροθ έχανε για πάντα τον κινητήριο μοχλό της. Ίσως αυτή να ήταν η λύση που θα εφάρμοζαν οι δειλοί, αλλά τέτοια είχε αποδειχτεί κι η ίδια. Ωστόσο, η Βασίλισσα του Άντορ δεν επιτρεπόταν να πεθάνει έτσι.

Μέσα από τα δόντια της άρχισε να λέει τα αμετάκλητα λόγια που είχαν χρησιμοποιηθεί μόλις δύο φορές στη χιλιετή ιστορία του Άντορ. «Υπό το Φως, παραδίδω την Υψηλή Έδρα του Οίκου Τράκαντ στην Ηλαίην Τράκαντ. Υπό το Φως, απαρνούμαι το Ρόδινο Στέμμα και παραιτούμαι από τον Θρόνο του Λιονταριού προς χάριν της Ηλαίην, Υψηλής Έδρας του Οίκου Τράκαντ. Υπό το Φως, υποτάσσομαι στη θέληση της Ηλαίην του Άντορ και γίνομαι πειθήνια υπήκοός της». Τίποτα από αυτά δεν ήταν αρκετό για να κάνει την Ηλαίην βασίλισσα, φυσικά, αλλά της άνοιγε τον δρόμο.