«Γιατί χαμογελάς;» ρώτησε η Λίνι.
Η Μοργκέις στράφηκε αργά προς το μέρος της. «Σκεφτόμουν την Ηλαίην». Η ηλικιωμένη της νταντά δεν βρισκόταν πολύ κοντά, ώστε να ακούσει τα λόγια που δεν έπρεπε να ακουστούν.
Ωστόσο, τα μάτια της Λίνι γούρλωσαν, κι ένιωσε να της κόβεται η ανάσα. «Απομακρύνσου από εκεί!» της είπε κοφτά και, κάνοντας τα λόγια της πράξη, την άρπαξε από το χέρι και την τράβηξε μακριά από το παράθυρο.
«Λίνι, μην ξεχνιέσαι! Έπαψες να είσαι νταντά μου εδώ και—!» Η Μοργκέις πήρε μια βαθιά ανάσα κι ο τόνος της φωνής της μαλάκωσε. Δεν ήταν εύκολο να συναντήσει αυτό το τρομαγμένο βλέμμα. Τίποτα δεν φόβιζε τη Λίνι. «Ό,τι κάνω είναι για καλό, πίστεψέ με», της είπε ευγενικά. «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος...»
«Δεν υπάρχει;» επενέβη θυμωμένα η Μπριάνε, αδράχνοντας τη φούστα της για να μην τρέμουν τα χέρια της. Ήταν προφανές πως προτιμούσε να τα τυλίξει γύρω από τον λαιμό της Μοργκέις. «Τι ανοησίες είναι αυτές που τσαμποθνάς τώρα; Κι αν αυτοί οι Σωντσάν πιστέψουν ότι σε σκοτώσαμε;» Η Μοργκέις σούφρωσε τα χείλη της. Τόσο διαυγής είχε γίνει;
«Πάψε!» Η Λίνι δεν θύμωνε ποτέ, ούτε ύψωνε εύκολα τον τόνο της φωνής της, αλλά τώρα τα έκανε και τα δύο, ενώ τα μαραμένα της μάγουλα είχαν αναψοκοκκινίσει. Σήκωσε ένα κοκαλιάρικο χέρι. «Λίγα τα λόγια σου, αλλιώς θα φας χαστούκι!»
«Χαστούκισε αυτήν, αν θες να χαστουκίσεις οπωσδήποτε κάποιον!» ανταπάντησε η Μπριάνε, τόσο έξαλλη ώστε πετούσε γύρω σάλια. «Βασίλισσα Μοργκέις! Θα μας στείλει όλους στην κρεμάλα, κι εμένα κι εσένα και τον Λάμγκουιν, ακόμα και τον μονάκριβό της Τάλανβορ, επειδή δεν έχει τα κότσια!»
Η πόρτα άνοιξε απότομα κι ο Τάλανβορ μπήκε μέσα φουριόζος, βάζοντας τέλος στη συζήτηση. Κανείς δεν επιτρεπόταν να φωνάζει παρουσία του. Η Λίνι προσποιήθηκε πως εξέταζε το μανίκι της Μοργκέις, λες και χρειαζόταν μαντάρισμα, καθώς ο Αφέντης Γκιλ κι ο Λάμγκουιν ακολούθησαν τον Τάλανβορ στο εσωτερικό. Η Μπριάνε έσκασε ένα λαμπερό χαμόγελο και τακτοποίησε τη φούστα της. Οι άντρες δεν είχαν προσέξει τίποτα, φυσικά.
Η Μοργκέις, όμως, πρόσεξε αρκετά πράγματα. Κατ’ αρχάς, ο Τάλανβορ είχε ζωστεί ένα ξίφος, όπως κι ο Αφέντης Γκιλ, ακόμα κι ο Λάμγκουιν, αν και το δικό του ήταν κάπως κοντό. Η Μοργκέις ανέκαθεν είχε την αίσθηση πως ο τύπος ένιωθε πιο άνετα αν χρησιμοποιούσε τις γροθιές του παρά οποιοδήποτε άλλο όπλο. Πριν προλάβει να ρωτήσει οτιδήποτε, ο λεπτεπίλεπτος και μικρόσωμος άντρας που μπήκε τελευταίος έκλεισε την πόρτα πίσω του προσεκτικά.
«Μεγαλειοτάτη», είπε ο Σέμπαν Μπάλγουερ, «συγχωρήστε μου αυτή την αδιάκριτη επίσκεψη». Η υπόκλιση που έκανε, όπως και το χαμόγελό του, έμοιαζαν ξερά και τυπικά, αλλά, καθώς η ματιά του πεταγόταν φευγαλέα από την ίδια προς τις άλλες δύο γυναίκες, η Μοργκέις σκέφτηκε πως, ανεξάρτητα από το αν οι άλλοι δύο παρατήρησαν την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο δωμάτιο ή όχι, ο πάλαι ποτέ γραμματέας του Πέντρον Νάιαλ σίγουρα την πρόσεξε.
«Εκπλήσσομαι που σε βλέπω, Αφέντη Μπάλγουερ», του είπε. «Άκουσα πως υπήρξε κάποια δυσαρέσκεια με τον Ήμον Βάλντα». Αυτό που είχε ακούσει αφορούσε σε μια δήλωση του Βάλντα, ότι, αν πετύχαινε μπροστά του τον Μπάλγουερ, θα τον γκρέμιζε από τα τείχη του Φρουρίου. Το χαμόγελο του Μπάλγουερ έγινε σφιγμένο. Ήξερε καλά τι είχε πει ο Βάλντα.
«Έχει ένα σχέδιο για να μας βγάλει όλους έξω», παρενέβη ο Τάλανβορ. «Σήμερα. Τώρα». Την κοίταξε με τρόπο που δεν άρμοζε σε υπήκοο απέναντι στη βασίλισσά του. «Δεχτήκαμε την πρότασή του».
«Με ποιον τρόπο;» ρώτησε η Μοργκέις αργά, προσπαθώντας να συγκρατηθεί για να μη λυγίσουν τα γόνατά της. Τι είδους βοήθεια μπορούσε να προσφέρει αυτός ο λεπτεπίλεπτος σαν βέργα άντρας; Διαφυγή. Ήθελε όσο τίποτα άλλο να καθίσει, αλλά δεν θα το έκανε όσο την κοιτούσε με αυτόν τον τρόπο ο Τάλανβορ. Βέβαια, δεν ήταν πλέον η Βασίλισσά του, αλλά ο ίδιος δεν το ήξερε. Άλλη μια ερώτηση της ήρθε στο μυαλό. «Για ποιον λόγο; Αφέντη Μπάλγουερ, ούτε κι εγώ θα απέρριπτα μια πρόταση βοηθείας, αλλά γιατί θέτεις σε κίνδυνο τον εαυτό σου; Οι Σωντσάν θα σε κάνουν να το μετανιώσεις, αν καταλάβουν τι συμβαίνει».
«Έκανα γνωστά τα σχέδιά μου πριν έρθουν», απάντησε ο άντρας προσεκτικά. «Θα ήταν... απερίσκεπτο... να αφήσω τη Βασίλισσα του Άντορ στα χέρια του Βάλντα. Μπορείτε να το θεωρήσετε ως έναν τρόπο ανταπόδοσης. Ξέρω πως δεν σας γεμίζω το μάτι, Μεγαλειοτάτη...» Έκρυψε με την παλάμη του έναν ελαφρύ βήχα αμηχανίας που υποδήλωνε πως υποτιμούσε πολύ τον εαυτό του, «.. .αλλά το σχέδιο θα πετύχει. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι Σωντσάν το κάνουν ευκολότερο. Χωρίς αυτούς, δεν θα ήταν έτοιμο για μέρες ακόμα. Αν και έχουν μόλις καταλάβει την πόλη, επιτρέπουν αρκετή ελευθερία σε κάποιον πρόθυμο να πάρει τον Όρκο τους. Μόλις μία ώρα αφότου ξημέρωσε, κατάφερα να πάρω μια άδεια που επέτρεπε σε μένα και σε άλλους δέκα που είχαν πάρει τον Όρκο να αναχωρήσουμε από το Άμαντορ. Πίστεψαν πως σκοπεύω να αγοράσω κρασί κι άμαξες, για να το κουβαλήσω στην Ανατολή».