Выбрать главу

«Θα πρέπει να είναι παγίδα». Τα λόγια είχαν μια πικρή γεύση. Καλύτερα να πηδούσε από το παράθυρο παρά να έπεφτε σε ενέδρα. «Δεν θα σου επιτρέψουν να πεις λέξη για την παρουσία τους πριν από την εμφάνιση του στρατού τους».

Το κεφάλι του Μπάλγουερ έγειρε από τη μια πλευρά κι άρχισε να τρίβει τα χέρια του το ένα με το άλλο, αλλά σταμάτησε απότομα. «Για να πω την αλήθεια, Μεγαλειοτάτη, το σκέφτηκα κι αυτό. Ο αξιωματικός που μου έδωσε την άδεια είπε ότι δεν είχε σημασία. Για να αναφέρω τα ακριβή του λόγια: "Πες σε όποιον θες τι είδες, και πληροφόρησέ τους πως είναι μάταιο να μας αντισταθούν. Η πατρίδα σου θα το νιώσει στο πετσί της σύντομα, έτσι κι αλλιώς". Πρόσεξα κάμποσους εμπόρους που έπαιρναν τον Όρκο το πρωί κι έφευγαν με τις άμαξές τους».

Ο Τάλανβορ την πλησίασε αρκετά, έτσι που ένιωθε σχεδόν την ανάσα του, το βλέμμα του. «Δεχτήκαμε την προσφορά του», είπε με τρόπο ώστε να ακούσει μονάχα η ίδια. «Νομίζω πως θα βρει τρόπο, ακόμα κι αν χρειαστεί να σε δέσω και να σε φιμώσω. Είναι πολύ επινοητικός ο τύπος».

Τον κοίταξε κατάματα. Ή το παράθυρο ή μια... ευκαιρία. Αν ο Τάλανβορ συγκρατιόταν και δεν μιλούσε, θα ήταν κατά πολύ πιο εύκολο να πει «Δέχομαι ευχαρίστως, Αφέντη Μπάλγουερ», και τελικά αυτό είπε. Έκανε λίγο πίσω, έτσι που να βλέπει τον Μπάλγουερ χωρίς να στραβολαιμιάζει για να κοιτάξει πέρα από τον Τάλανβορ. Ανέκαθεν την ενοχλούσε να βρίσκεται τόσο κοντά του. Ήταν πολύ νέος. «Τι πρέπει να κάνουμε πρώτα; Αμφιβάλλω αν οι φρουροί θα δεχτούν ότι η άδειά σου ισχύει και για μας».

Ο Μπάλγουερ έσκυψε το κεφάλι του, σαν να αναγνώριζε την προνοητικότητά της. «Φοβάμαι πως θα χρειαστεί να τους συμβεί κάποιο ατύχημα, Μεγαλειοτάτη». Ο Τάλανβορ ελευθέρωσε το στιλέτο από το θηκάρι του κι ο Λάμγκουιν έσφιξε τις γροθιές του, σαν λόπαρ που λυγίζει τα γαμψώνυχά του.

Δεν πίστευε πως θα ήταν τόσο απλό, ακόμα κι όταν θα είχαν μαζέψει τα απαραίτητα κι είχαν στοιβάξει τους δύο Ταραμπονέζους κάτω από το κρεβάτι της. Στην κυρίως πύλη, κρατώντας σφιχτά και κάπως αδέξια τον λινό μανδύα για τη σκόνη, εξαιτίας του πάκου στην πλάτη της, έκανε μια υπόκλιση με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, όπως ακριβώς της είχε δείξει ο Μπάλγουερ, ενόσω αυτός εξηγούσε στους φρουρούς πως όλοι τους είχαν πάρει όρκο να υπακούουν, να προσμένουν και να υπηρετούν. Σκέφτηκε αν υπήρχε κάποιος τρόπος να βεβαιωθεί πως δεν θα την έπιαναν ζωντανή. Μόνο όταν πλέον απομακρύνονταν από το Άμαντορ, πέρα κι από τους τελευταίους φρουρούς και πάνω στα άλογα που είχε κανονίσει ο Μπάλγουερ να τους περιμένουν, είχε αρχίσει να το πιστεύει. Ο Μπάλγουερ, βέβαια, θα περίμενε κάποια γερή ανταμοιβή για τη διάσωση της Βασίλισσας του Άντορ. Η Μοργκέις δεν είχε πει σε κανέναν ότι αυτό είχε διευθετηθεί εκ των προτέρων. Ήξερε καλά πως είχε πει τα λόγια, αλλά δεν ήταν ανάγκη να το γνωρίζουν κι άλλοι. Ήταν μάταιο να μετανοήσει τώρα. Το μόνο που έπρεπε να κοιτάξει ήταν τι είδους ζωή θα έκανε τώρα, που ο θρόνος δεν της ανήκε πια. Μια ζωή μακριά από έναν άντρα πολύ νέο και πολύ ενοχλητικό.

«Γιατί έχεις αυτό το θλιμμένο χαμόγελο;» ρώτησε η Λίνι, φέρνοντας πιο κοντά την ψηλόσωμη, καστανή της φοράδα. Το ζώο έμοιαζε σκοροφαγωμένο. Όχι ότι της Μοργκέις ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση, όπως κι όλα τα άλογα άλλωστε. Μπορεί οι Σωντσάν να μην είχαν αντίρρηση να αφήσουν τον Μπάλγουερ να φύγει, αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να του δώσουν και καλοθρεμμένα άλογα.

«Έχουμε δρόμο μπροστά μας», της απάντησε η Μοργκέις σπιρουνίζοντας τη φοράδα της, για να τριποδίσει πίσω από τον έφιππο Τάλανβορ.

27

Μόνος

Τοποθετώντας τη λαβή του πέλεκύ του μέσα από τον κρίκο της ζώνης, απέναντι από τη φαρέτρα του, ο Πέριν πήρε από τη γωνία το αχόρδιστο τόξο του, πέταξε το δισάκι πάνω από τον ώμο του κι έφυγε από το δωμάτιο που μοιραζόταν με τη Φάιλε δίχως να ρίξει ματιά πίσω. Τις περισσότερες φορές ήταν ευτυχισμένοι κι οι δυο τους εκεί. Δεν πίστευε πως υπήρχε περίπτωση να επιστρέψει ποτέ. Μερικές φορές αναρωτιόταν αν το να είναι κάπου ευτυχισμένος μαζί με τη Φάιλε σήμαινε πως δεν θα ξαναγύριζε στο μέρος εκείνο. Ήλπιζε πως όχι.

Οι υπηρέτες που είδε να κυκλοφορούν στους διαδρόμους του Παλατιού φορούσαν μονότονες, μαύρες λιβρέες. Ίσως να είχε διατάξει ο Ραντ κάτι τέτοιο, ίσως να το είχαν υιοθετήσει κι οι ίδιοι. Χωρίς τις λιβρέες ήταν ανήσυχοι, λες και δεν ήξεραν πού ανήκαν, και το μαύρο ήταν ό,τι έπρεπε ως χρώμα του Ραντ εξαιτίας των Άσα’μαν. Όσοι τον είδαν απομακρύνθηκαν βιαστικά, χωρίς να σταματούν για χαιρετούρες κι υποκλίσεις, αφήνοντας πίσω τους την οσμή του φόβου.