Για πρώτη φορά, τα κιτρινωπά του μάτια δεν είχαν καμιά σχέση με τον φόβο τους. Δεν ήταν και πολύ ασφαλές να χαζολογάς κοντά σε έναν άντρα που είχε δεχτεί δημοσίως, και μάλιστα το ίδιο πρωί, την ατόφια οργή του Αναγεννημένου Δράκοντα. Ο Πέριν ανακούφισε τον ώμο του κάτω από το δισάκι. Είχε περάσει κάμποσος καιρός από τότε που είχε καταφέρει κάποιος να τον δαμάσει. Βέβαια, κανείς δεν είχε επιχειρήσει προηγουμένως να χρησιμοποιήσει τη Δύναμη. Μία συγκεκριμένη σκηνή είχε κολλήσει στο μυαλό του.
Σηκώθηκε κρατώντας τον ώμο του, στηρίζοντας την πλάτη τον στον τετράγωνο κίονα που είχε εμποδίσει την ολοκληρωτική πτώση του. Σκέφτηκε πως μάλλον είχε σπάσει μερικά πλευρά. Ολόγυρα, στη Μεγάλη Αίθονσα τον Ήλιου, διάφοροι ευγενείς, οι οποίοι είχαν προσφύγει στον Ραντ για τον έναν ή τον άλλον λόγο, πάσχιζαν να κοιτάξουν αλλού, να προσποιηθούν πως δεν βρίσκονταν καν εκεί. Μόνο ο Ντομπραίν παρακολουθούσε, κουνώντας το γκριζωπό τον κεφάλι, καθώς ο Ραντ δρασκέλιζε το δωμάτιο τον θρόνου.
«Θα κουμαντάρω τις Άες Σεντάι όπως θέλω εγώ!» φώναξε. «Άκουσες, Πέριν; Όπως θέλω εγώ!»
«Μόλις τις πάσαρες στις Σοφές», μούγκρισε ο άλλος, κάνοντας λίγα βήματα μακριά από τον κίονα. «Ούτε καν γνωρίζεις αν κοιμούνται στα μετάξια ή αν τους έχουν κόψει τον λαιμό! Δεν είσαι ο Δημιουργός!»
Με ένα γρύλισμα οργής, ο Ραντ τίναξε πίσω το κεφάλι του. «Είμαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας!» ούρλιαξε. «Δεν με νοιάζει καθόλου πώς τις μεταχειρίζονται! Τους αξίζει ένα μπουντρούμι!» Ο Πέριν αισθάνθηκε τις τρίχες στο σβέρκο του να ορθώνονται καθώς ο Ραντ χαμήλωσε το βλέμμα του από τη θολωτή οροφή. Ένα βλέμμα μπροστά στο οποίο ο γαλάζιος πάγος θα ήταν μαλακός και ζεστός και που γινόταν πιο τρομακτικό εξαιτίας τον προσώπου που είχε παραμορφωθεί από τον πόνο. «Χάσου από τα μάτια μου, Πέριν. Με ακούς; Φύγε απ’ την Καιρχίν! Σήμερα κιόλας! Τώρα! Δεν θέλω να σε ξαναδώ!» Έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε, ενώ οι ευγενείς υποκλίνονταν μέχρι το πάτωμα καθώς τους προσπερνούσε.
Ο Πέριν σκούπισε μια σταγόνα αίμα από τη γωνία του στόματός τον. Για μια στιγμή, ήταν σίγουρος πως ο Ραντ θα τον σκότωνε.
Κούνησε το κεφάλι του προσπαθώντας να διώξει τη σκέψη από το μυαλό του, έστριψε σε μια γωνία κι έπεσε πάνω στον Λόιαλ. Με έναν μεγάλο μπόγο δεμένο στη μέση του κι ένα σακίδιο που άνετα θα χωρούσε πρόβατο, περασμένο πάνω από τον ώμο του, ο Ογκιρανός χρησιμοποιούσε τον πέλεκυ με τη μακριά λαβή σαν μπαστούνι. Στις ογκώδεις κι ευρύχωρες τσέπες του πανωφοριού του διαγραφόταν η μορφή αντικειμένων που μάλλον ήταν βιβλία.
Τα θυσανωτά αυτιά του Λόιαλ ανασηκώθηκαν μόλις είδε τον Πέριν, αλλά αμέσως μετά κρέμασαν πάλι. Γενικά, έμοιαζε πεσμένος και τα φρύδια του κόντευαν να φθάσουν στα μάγουλά του. «Τα άκουσα όλα, Πέριν», είπε λυπημένα με τη βροντερή του φωνή. «Ο Ραντ δεν έπρεπε να το κάνει αυτό. Τα βεβιασμένα λόγια πάντα δημιουργούν προβλήματα. Ξέρω πως θα το ξανασκεφτεί, ίσως αύριο κιόλας».
«Δεν πειράζει», απάντησε ο Πέριν. «Έτσι κι αλλιώς, η Καιρχίν είναι πολύ... λουσάτη... για τα γούστα μου. Σιδεράς είμαι, όχι αυλικός. Αύριο τέτοια ώρα θα βρίσκομαι ήδη μακριά».
«Μπορείς να πάρεις τη Φάιλε και να έρθετε μαζί μου. Ο Κάρλντιν κι εγώ θα επισκεφθούμε το στέντιγκ, Πέριν. Θα τους δούμε όλους, στις Πύλες των Οδών». Ένας ανοιχτομάλλης νεαρός με στενό πρόσωπο, ο οποίος στεκόταν πίσω από τον Λόιαλ, έπαψε να κοιτάζει συνοφρυωμένα τον Πέριν και κοίταξε βλοσυρός τον Ογκιρανό. Είχε κι αυτός ένα σακίδιο κι έναν μπόγο, καθώς κι ένα σπαθί που κρεμόταν από τον γοφό του. Παρά το μπλε πανωφόρι, ο Πέριν αναγνώρισε στο πρόσωπό του έναν από τους Ασα'μαν. Ο Κάρλντιν δεν έμοιαζε διόλου ευχαριστημένος που συναντούσε τον Πέριν· εκτός των άλλων, η οσμή του ήταν ψυχρή και γεμάτη θυμό. Ο Λόιαλ κοίταξε στον διάδρομο πίσω από τον Πέριν. «Πού είναι η Φάιλε;»
«Θα... με συναντήσει στους στάβλους. Ανταλλάξαμε μερικά λογάκια». Ήταν γεγονός· μερικές φορές, η Φάιλε έμοιαζε να αρέσκεται στις τσιρίδες. Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του. «Λόιαλ, δεν μπορώ να μιλάω γι' αυτά τα θέματα σε δημόσιο χώρο. Εννοώ, για τις Πύλες των Οδών».
Ο Λόιαλ ρουθούνισε αρκετά ηχηρά ώστε να κάνει και ταύρο να αναπηδήσει, αλλά μίλησε χαμηλόφωνα. «Δεν βλέπω κάποιον άλλον εκτός από εμάς», μούγκρισε. Κανείς σε απόσταση δύο ή τριών βημάτων από τον Κάρλντιν δεν θα άκουγε καθαρά τι έλεγαν. Τα αυτιά του... μαστίγωσαν τον αέρα, μάλλον αυτή ήταν η καταλληλότερη λέξη... και τραβήχτηκαν πίσω, θυμωμένα. «Όλοι φοβούνται να βρεθούν κοντά σου έπειτα από το επεισόδιο με τον Ραντ».