Выбрать главу

Ξαφνικά, πίεσε το κιάλι στο μάτι του, καθώς πρόσεξε μια γυναίκα πάνω σε ένα ψηλό μαύρο άλογο να καλπάζει στο ύπαιθρο. Δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό της, αλλά ένας υπηρέτης δεν θα φορούσε ποτέ στολή ιππασίας. Άρα, τουλάχιστον μία Άες Σεντάι είχε κατορθώσει να το σκάσει. Αν κατάφερναν να βγουν ζωντανές από την παγίδα οι αδελφές, γιατί όχι και κάμποσα ακόμα από τα Παλικαράκια; Με λίγη τύχη θα τους έβρισκε προτού τους σκότωναν σιγά-σιγά οι Αελίτες. Κατά πρώτον, όμως, έπρεπε να ασχοληθεί με αυτή την αδελφή. Γενικά, θα προτιμούσε να την αφήσει στην ησυχία της, αλλά δεν άντεχε στη σκέψη πως όλο και κάποιο βέλος θα μπορούσε να τη βρει απροειδοποίητα. Καθώς σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να της νεύει, το άλογό της παραπάτησε και σωριάστηκε, πετώντας τη κατάχαμα.

Άφησε μια βλαστήμια κι έπειτα άλλη μία μόλις διέκρινε μέσα από το κιάλι του ένα βέλος να εξέχει από τα πλευρά του μαύρου αλόγου. Επιθεώρησε βιαστικά τους γύρω λόφους και, με αυτό που είδε, συγκράτησε ακόμα μια βλαστήμια. Δύο ντουζίνες Αελίτες καλυμμένοι με πέπλα στέκονταν σε μια κορυφή, ατενίζοντας προς τη μεριά του πεσμένου αλόγου και του καβαλάρη του, λιγότερο από εκατό βήματα μακριά από την Άες Σεντάι. Έστρεψε γρήγορα το κιάλι πίσω, προς την αδελφή, η οποία προσπαθούσε τρικλίζοντας να σταθεί στα πόδια της. Αν διατηρούσε την ετοιμότητα της και χρησιμοποιούσε τη Δύναμη, δεν υπήρχε περίπτωση να της κάνουν κακό τόσο λίγοι Αελίτες, ειδικά αν κρυβόταν πίσω από το σώμα του πεσμένου αλόγου για να αποφύγει τα βέλη. Ωστόσο, ο ίδιος θα αισθανόταν καλύτερα αν κατάφερνε να την πάρει κοντά του. Κατρακυλώντας από την κορυφή για να μειώσει τις πιθανότητες να τον δουν οι Αελίτες, γλίστρησε στην αντίθετη μεριά της πλαγιάς και στάθηκε όρθιος.

Είχε φέρει μαζί του, στον Νότο, πεντακόσια ογδόντα ένα Παλικαράκια, όσους σχεδόν θεωρούνταν αρκετά εκπαιδευμένοι για να αφήσουν την Ταρ Βάλον, αλλά λιγότεροι από διακόσιοι περίμεναν πάνω στα άλογά τους στην κοιλότητα. Πριν ακόμα η πανωλεθρία χτυπήσει τα Πηγάδια του Ντουμάι, ήταν σίγουρος πως είχε μπει σε εφαρμογή κάποιου είδους μηχανορραφία ενάντια στον ίδιο και τα Παλικαράκια, η οποία σκοπό είχε να πεθάνουν προτού καταφέρουν να επιστρέψουν στον Λευκό Πύργο. Δεν είχε ιδέα για ποιο λόγο, ούτε και κατά πόσον αυτό το σχέδιο ήταν έμπνευση της Ελάιντα ή της Γκαλίνα. Σε γενικές γραμμές είχε πετύχει, αν κι όχι όσο ακριβώς περίμεναν οι επινοητές του. Δεν ήταν να απορεί κανείς που, αν είχε άλλη επιλογή, θα προτιμούσε να αφήσει την Άες Σεντάι στην τύχη της.

Σταμάτησε δίπλα σε ένα ψηλό, γκρίζο ευνουχισμένο άλογο με έναν νεαρό καβαλάρη. Νεαρός, όπως φυσικά ήταν κι όλα τα Παλικαράκια -πολλοί από αυτούς δεν χρειάζονταν ξύρισμα πάρά κάθε τρεις μέρες, μερικοί μάλιστα προσποιούνταν ότι είχαν ξυριστεί— ο Τζισάο είχε το σήμα του ασημένιου πύργου στον γιακά του, ένδειξη ότι ήταν βετεράνος των μαχών της εποχής που είχε εκθρονιστεί η Σιουάν Σάντσε. Άλλωστε, αυτό μαρτυρούσαν και τα σημάδια κάτω από τα ρούχα του. Ανήκε σε αυτούς που δεν χρησιμοποιούσαν κάθε πρωί το ξυράφι. Ωστόσο, τα σκοτεινά του μάτια ανήκαν σε άντρα τριάντα χρόνια μεγαλύτερο. Πώς να φαίνονταν, άραγε, στους άλλους τα δικά του μάτια; αναρωτήθηκε ο Γκάγουιν.

«Τζισάο, υπάρχει μια αδελφή εκεί που...»

Οι εκατό περίπου Αελίτες που ήρθαν καλπάζοντας από το χαμηλό ύψωμα, στα δυτικά, κοντοστάθηκαν έκπληκτοι όταν βρήκαν εκεί κάτω τα Παλικαράκια, αλλά ούτε η κατάπληξή τους, ούτε οι υπεράριθμοι αντίπαλοι τους στάθηκαν ικανά να τους αναχαιτίσουν. Αστραπιαία, κάλυψαν με τα πέπλα τα πρόσωπά τους και ξεχύθηκαν στην πλαγιά ανά δυάδες, εξακοντίζοντας ακόντια εναντίον αλόγων κι ιππέων. Μπορεί οι Αελίτες να γνώριζαν τον τρόπο για να πολεμήσουν με έφιππους άντρες, αλλά τα Παλικαράκια είχαν κάνει εντατικά μαθήματα πώς να μάχονται τους Αελίτες, κι οι ανεπίδεκτοι δεν ζούσαν για πολύ ανάμεσα στις τάξεις τους. Μερικοί έφεραν λεπτές λόγχες οι οποίες κατέληγαν σε ατσάλι μήκους ενάμισι ποδιού με διασταυρούμενο κρίκο, που εμπόδιζε την αιχμή να καρφωθεί πολύ βαθιά στο σώμα, κι όλοι τους χρησιμοποιούσαν τα ξίφη το ίδιο καλά με έναν αρχιξιφομάχο. Πολεμούσαν ανά δυάδες ή τριάδες, με τον κάθε άντρα να προσέχει τα νώτα του άλλου κι αναγκάζοντας τα υποζύγιά τους να κινούνται διαρκώς, έτσι ώστε να μη δίνουν την ευκαιρία στους Αελίτες να σακατέψουν τους τένοντες των ζωντανών. Μόνο οι γρηγορότεροι Αελίτες κατόρθωσαν να εισέλθουν στους κύκλους του αστραποβόλου ατσαλιού. Τα ίδια τα πολεμικά άλογα ήταν εκπαιδευμένα να λειτουργούν και σαν όπλα. Συνέθλιβαν κρανία με τις οπλές τους, γράπωναν άντρες με τα δόντια τους και τους τράνταζαν όπως ο σκύλος το ποντίκι, ενώ τα σαγόνια τους ήταν ικανά να ξεσκίσουν το μισό πρόσωπο ενός άντρα. Τα άλογα χλιμίντριζαν στον παροξυσμό της μάχης, οι άντρες βογκούσαν κι έσκουζαν με την πυρετώδη μανία που διακατείχε τους πολεμιστές, με τον πυρετό αυτό που τους έκανε να νιώθουν ζωντανοί και που τους έδινε τη βεβαιότητα ότι θα ζούσαν για να δουν ακόμα μία ανατολή, αρκεί να κολυμπούσαν στο αίμα των εχθρών τους. Ούρλιαζαν καθώς σκότωναν, ούρλιαζαν και καθώς πέθαιναν. Δεν είχε και μεγάλη διαφορά.