Выбрать главу

Ο Κάρλντιν τράβηξε το μανίκι του Λόιαλ. «Πρέπει να φύγουμε», είπε, αγριοκοιτάζοντας τον Πέριν. Απ' όσο γνώριζε, όποιος είχε έρθει σε αντιπαράθεση με τον Αναγεννημένο Δράκοντα βρισκόταν εκτός των πυλών. Ο Πέριν αναρωτήθηκε κατά πόσον είχε ακόμα πρόσβαση στη Δύναμη.

«Ναι, ναι», μουρμούρισε ο Λόιαλ, κουνώντας αδιάφορα ένα χέρι όμοιο με χοιρομέρι. Ωστόσο, ακούμπησε ξανά πάνω στον πέλεκύ του, συνοφρυωμένος και κάπως μελαγχολικός. «Δεν μου αρέσουν όλα αυτά, Πέριν. Ο Ραντ σε έδιωξε και μένα με ξαπόστειλε. Πώς θα αποτελειώσω το βιβλίο μου τώρα...;» Τα αυτιά του συσπάστηκαν κι έβηξε. «Τέλος πάντων, αυτό είναι άσχετο. Αυτό που μετράει είναι εσύ, εγώ, κι ο Ματ, που το Φως μόνο ξέρει που βρίσκεται τώρα. Δεν το έχει σε τίποτα να διώξει και τη Μιν. Της κρύφτηκε σήμερα το πρωί. Με έστειλε να της πω ότι έλειπε. Νομίζω πως κατάλαβε ότι της έλεγα ψέματα. Θα μείνει μοναχός του, Πέριν. "Είναι τρομερή η μοναξιά". Έτσι μου είχε πει. Σκοπεύει να διώξει όλους τους φίλους του».

«Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το θέλει», είπε ο Πέριν. Ο Λόιαλ βλεφάρισε ακούγοντας την ηχώ από τα λόγια της Μουαραίν. Ο Πέριν τη σκεφτόταν συχνά τελευταία. Η επιρροή της αποτελούσε εμπόδιο για τον Ραντ. «Σε αποχαιρετώ, Λόιαλ. Φρόντισε να είσαι ασφαλής και μην εμπιστεύεσαι κανέναν, αν δεν είναι απολύτως απαραίτητο». Δεν έριξε ούτε ματιά στον Κάρλντιν.

«Δεν το εννοείς, Πέριν». Ο Λόιαλ έμοιαζε σοκαρισμένος. Φαίνεται πως τους εμπιστευόταν όλους. «Δεν μπορεί να το εννοείς. Πάρε τη Φάιλε κι ελάτε μαζί μου».

«Κάποια μέρα θα ξανασυναντηθούμε», απάντησε ευγενικά ο Πέριν και βιάστηκε να φύγει προτού χρειαζόταν να πει περισσότερα. Δεν του άρεσε να λέει ψέματα, ειδικά σε έναν φίλο.

Στον βορινό στάβλο τα πράγματα δεν ήταν πολύ διαφορετικά από το εσωτερικό του παλατιού. Οι σταβλίτες που τον πρόσεξαν άφησαν κάτω τις δικράνες για την κοπριά και τα ξυστριά και στριμώχτηκαν στις μικρές πορτούλες του πίσω μέρους. Διάφορα θροΐσματα στη σοφίτα, ψηλά, που μπορεί να περνούσαν απαρατήρητα από ένα μη εξασκημένο αυτί, μαρτυρούσαν πως υπήρχαν κι άλλοι κρυμμένοι εκεί· άκουγε τις τρομαγμένες, ανήσυχες ανάσες. Έβγαλε τον Γοργοπόδη από ένα μαρμάρινο παράπηγμα με πράσινες ραβδώσεις, του πέρασε τα χαλινάρια κι έδεσε το σκουρόχρωμο άλογο με έναν επιχρυσωμένο κρίκο. Πήγε να φέρει κουβέρτες και σέλα από μια μαρμάρινη αποθήκη με είδη ιππασίας, όπου οι μισές σέλες ήταν μονταρισμένες με ασήμι ή με χρυσό. Ο στάβλος ταίριαζε άψογα σε παλάτι· είχε ψηλούς, τετράγωνους μαρμάρινους κίονες, ενώ το δάπεδο ήταν επίσης φτιαγμένο από το ίδιο υλικό, ακόμη και κάτω από τα άχυρα στα παραπήγματα. Ο Ματ απομακρύνθηκε βιαστικά, ιππαστί, χαρούμενος που άφηνε πίσω του όλη αυτή τη μεγαλοπρέπεια.

Στα βόρεια της πόλης, ακολούθησε τον δρόμο που τόσο απεγνωσμένα διέσχιζε με τον Ραντ, μόλις λίγες μέρες πριν, και συνέχισε να καλπάζει μέχρι που οι πτυχώσεις της γης έκρυψαν την Καιρχίν από τα μάτια του. Τότε, στράφηκε ανατολικά, όπου υπήρχε ακόμα μια μπαλωματιά δάσους, κατέβηκε έναν ψηλό λόφο κι ανέβηκε έναν άλλο ακόμα ψηλότερο. Ανάμεσα από τα δέντρα, η Φάιλε σπιρούνισε τη Σουώλλοου για να τον ανταμώσει, ενώ ο Άραμ την ακολούθησε κατά πόδας, σαν κυνηγόσκυλο, καβάλα στο άλογό του. Το πρόσωπο του Άραμ έλαμψε μόλις τον είδε, αν κι αυτό δεν έλεγε και πολλά. Απλώς, μοίραζε την πίστη του ανάμεσα σε αυτόν και τη Φάιλε.

«Σύζυγέ μου», φώναξε η γυναίκα. Δεν ήταν υπερβολικά ψυχρή, αλλά ο κοφτερός σαν ξυράφι θυμός κι η έκδηλη ζήλια ανακατεύονταν με την αγνή οσμή που ανέδιδε η ίδια και με την ευχάριστη μυρωδιά από σαπούνι βοτάνων. Ήταν κατάλληλα ντυμένη για ταξίδι, με έναν λεπτό μανδύα για τη σκόνη να κρέμεται στην πλάτη της και με κόκκινα γάντια, ταιριαστά με τις μπότες, που εξείχαν κάτω από το αγαπημένο της σκούρο και στενό φόρεμα ιππασίας. Ούτε λίγο ούτε πολύ, τέσσερα θηκαρωμένα εγχειρίδια ήταν χωμένα πίσω από τη ζώνη της.

Μια κίνηση έγινε αντιληπτή πίσω της· εμφανίστηκαν η Μπάιν, η Τσιάντ κι η Σούλιν μαζί με μια ντουζίνα Κόρες. Τα φρύδια του Πέριν ανασηκώθηκαν κι αναρωτήθηκε τι θα έλεγε ο Γκαούλ για όλα αυτά. Ο Αελίτης είχε πει πως δεν έβλεπε την ώρα να πετύχει μόνες τους την Μπάιν με την Τσιάντ. Ακόμα πιο απροσδόκητοι ήταν οι άλλοι σύντροφοι της Φάιλε.

«Τι κάνουν αυτές εδώ;» Ο Πέριν ένευσε προς το μέρος μιας μικρής έφιππης μάζωξης λίγο πιο πίσω. Αναγνώρισε τη Σελάντε, την Κάμαϊλ και την ψηλή Δακρυνή. Όλες τους φορούσαν αντρικά ρούχα κι είχαν περασμένα στις ζώνες τους σπαθιά. Ο κοντόχοντρος τύπος με τη λαδωμένη μυτερή γενειάδα, που φορούσε το πανωφόρι με τα φαρδιά μανίκια, έμοιαζε γνώριμος παρά το ότι είχε τα μαλλιά του ριγμένα πίσω και δεμένα με κορδέλα. Τους άλλους δύο Καιρχινούς δεν τους ήξερε, αλλά, τόσο από το νεαρό της ηλικίας τους, όσο κι από τις κορδέλες με τις οποίες είχαν δεμένα τα μαλλιά τους, μπορούσε να υποθέσει πως, αν μη τι άλλο, ανήκαν στην «κοινωνία» της Σελάντε.